Σάββατο 22 Μαΐου 2021

ΣΠΟΥΔΗ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

 



Χ Ρ Η Σ Τ Ο Σ    Τ Ο Υ Μ Α Ν Ι Δ Η Σ



ΣΠΟΥΔΗ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟ
Υ

(Σ’ ένα δωμάτιο αρχίζει και τελειώνει ο κόσμος λοιπόν;)

 

*****

 

 



στον Παναγιώτη Χατζημωυσιάδη

------------------------------------------


 

 

 

Για το «Δίκτυο Λογοτεχνών»

 Απρίλιος 2021

 


 


«ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα, ἡ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας, 
 ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα ἡ μπαλκονόπορτα,
ἕνα – δύο – τρία, ἕνα – δύο,    ἕν – δυό, ἕν – δυό, ἕν-δυό…
βήματα πού πλησιάζουν ἀνεβαίνοντας τίς βαθμίδες τῆς σκάλας κι ὕστερα
χτυπήματα δυνατά στήν πόρτα.»

(Χριστόφορος  Μηλιώνης: από τό διήγημα «Ἐγκλεισμός», βιβλίο: «Τά διηγήματα της δοκιμασίας», 2009)

 

 

 

 


ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ

 

Δευτέρα πάλι, και η πόρτα του απογεύματος

πάλι κλειστή.

Πότε να δεις τα δέντρα· ολοένα ξεμακραίνουν.

Αδειάζει η αυλή .

Το κελάηδημα στο κλουβί μια πληγή.

 

H Κυριακή δε φτάνει!

 

H καρέκλα  πλάι στο παράθυρο.

Μες στο δωμάτιο αρχίζει και τελειώνει ο δρόμος.

Γέρνουν ξανά οι ώρες.

Η βουή πέρα απ’ τη μάντρα και οι φωνές του Σταδίου

– μια στιγμή που δακρύζουν αλλιώς τα παιδιά.

 

Γρήγορα που νυχτώνει, αχ, η Κυριακή!

 

Σαν έρχεται η Δευτέρα

                              στενεύεις πιότερο.

Ένα γυμνό μαχαίρι η μέρα. Κι ο φόβος –

μη μιλήσεις μη διαμαρτυρηθείς.

Παντού σε βλέπουν.

 

Πού να βρεις μια στιγμή

                                να συμφιλιώσεις τα χέρια σου;  (1)

 

 

 

 

 

 

1
Η μοναξιά που κάποτε μας έτρεφε,
τώρα μας αρρωσταίνει, λες.
Τεμάχισε τον κόσμο μας στα δυο:
Πραγματικό και νοητό.
                             Σε φως και σε σκοτάδι.

Λεν τα κοτσύφια, στις κεραίες, το τραγούδι τους
αλλά εμείς- ακούμε τις Ειδήσεις.
Δεν υπάρχει το ενδιάμεσο εκείνο της ψυχής.
Η φυγή προς το φως.

Μας έκλεισαν, μας κλείδωσαν, και πήραν τα κλειδιά.
Ποιοι; Και γιατί; Ποιος ξέρει!

Αύριο, νέα μέτρα θα εξαγγελθούν,
                        με νέους φόβους θα κοιμάσαι.

 

 

 

2
Άχρηστα πόδια, κόρη μου, αχάιδευτα τα χέρια.
Το δέρμα σ’ όλο το κορμί⸱ μαράζωσε.  
Με χείλη αφίλητα μαραγκιασμένα, σου μιλώ,
πίσω απ’ τη μαύρη μάσκα.
Δε με γνωρίζεις;

Όλες οι γλώσσες, ναι, είναι τα μάτια μας.
Και όλα εκεί συμβαίνουν.
Αυτό που σκέφτηκες, το βλέπω,
αλλά …καλύτερα μακριά.
Από μακριά να νιώθεις το κοντά.
Ακούς; Ακούω να λες,
κι ας μην καταλαβαίνεις.

Η φαντασία που δεν έχει όρια, αυτή
μας ημερεύει κάπως.
Όμως, τα βράδια, -αλλιώς δε γίνεται-
πλάθει και αναπλάθει μόνο το κακό.

-Πού είσαι παιδί μου, πες μου, που;
-Σε ποια γωνιά του δωματίου αγωνιάς, αγάπη μου;

 

  

3

Κι αν όλα είναι ένα πείραμα, όπως λεν
μια άλλη, ίσως, εκδοχή πόλεμου; Αν.
Είναι; Δεν είναι;

 Κι αν τίποτε απ’ τα δύο, τότε-
                        πώς να κοιτάξεις τη ζωή;
Και πώς να ζήσεις.
Με τοίχους, μάσκες και αποκλεισμούς.
Πώς να σηκώσεις τα μάτια σου ψηλά,
να δεις, να ξεχαστείς
θαυμάζοντας, έστω, άλλους γαλαξίες;

Πάλι γονατισμένο θα σε δούνε τα παιδιά.
Με δακρυσμένα μάτια και, δίχως παραμύθια,
                        θ’ αποκοιμηθούνε.
 

 


 

4

Να γίνει ο φόβος λογισμός, λοιπόν,
το πένθος και η οδύνη μας, τραγούδι.

Να μάθουμε τον κόσμο απ’ την αρχή,
και τα παιδιά, ελεύθερα, να βρούνε τη νέα προοπτική.
Μες στο παιχνίδι τους. Και μέσα στις αμφιβολίες.
Χωρίς εμάς,
            -που τ’ αφήσαμε χωρίς φτερά-.
Μαζί μ’ εμάς,
             -που θα ακολουθούμε-.

Πλάι στα ρήγματα, στο χείλος του γκρεμού, εκεί.
Εκεί ν’ ανθίσουν τα οράματα και οι αυριανές ελπίδες.

Μέσα στα όρια, η «ελευθερία» γίνεται ελευθερία.
Έναστρη νύχτα, κοίταγμα μακρινό.

Στον  εγκλεισμό μας βρίσκεται η αρχή, 
             η απαρχή ενός καινούργιου κόσμου.


 

 

 5

Νούμερα, υπολογισμοί, προβλέψεις.  
 Κρούσματα. Δια-
                σωληνωμένες σημασίες.
Βεβαιωμένοι θα… αναμενόμενοι θα…
Η θάλασσα γεμάτη αυριανούς θανάτους.
Το έδειξαν τα λύματα. Τα κρίματα,
και οι κρυφές μας συναθροίσεις.
 
Ζήτω ο θάνατος, λοιπόν!
Ζήτω το πάθος και η θέα του θανάτου!

Αύριο, θα στείλω μήνυμα με κωδικό το
6.
«Χαρείτε κύριοι, δεν πέσατε έξω:
Κηδεύω και τις τελευταίες μου ελπίδες!» 

  



6
Τώρα, πίσω από τοίχους και μάσκες κυλά η ζωή.

Ήταν χειμώνας μα, δεν έρχεται άνοιξη.
Τι έπρεπε να γίνει λοιπόν;
Τι δεν έγινε;

Χωρίς Κυριακές τα παιδιά μας.
Μπροστά στο παράθυρο⸱ βουβά.
Δεν κλαίνε. Δεν επιθυμούν. Γερνάνε.
 
Κάποτε οι τοίχοι το έλεγαν καθαρά:
«Το αύριο, θα είναι μακάβριο…»

 

 


7
Έπρεπε να μπει στη ζωή μας ο φόβος, λοιπόν.
Να στενέψει ο χώρος.
Να μείνουμε δίχως πρόσωπα-  δίχως αφή
                         για να μας λαχταρήσουν:
Οι αγκαλιές, τα χάδια, τα φιλιά.

Και τώρα, τι θα πούμε στα παιδιά;

(Έπρεπε να χαθούμε, ναι, για να ξαναβρεθούμε.)
 

 

 

 

ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

1
Όλοι μόνοι τους.
Γράφουν, διαβάζουν, ξεχνούν.
Ποιο το μήνυμα;

2
Οι πόρτες κλειστές,
όμως εσύ να πετάς.
Μέσα, και έξω.


3
Βάλε τη μάσκα.
Το χαμόγελο⸱ κρυφό.
Σαν την ελπίδα.

4
 Έξοδος κλειστή.
Από ψηλά να κοιτάς.
Τον θάνατο σου.

 

5
Σκύψε μέσα σου.
Όλος ο κόσμος εκεί.
Τραγούδι βουβό.
(2)

*****

 

 

 

ΑΝΤΙ  ΕΠΙΛΟΓΟΥ


Ναι, ο κόσμος μας είναι απλός, και θλιβερός, και αβέβαιος!
Ας το παραδεχτούμε.
Όμως, πάνω στον φόβο του θανάτου τώρα, όλοι μαζί
να υψώσουμε το νόημα της ζωής,
 το φωτεινό!
Μ’ ένα τραγούδι:

 «Νύχτα γιομάτη θαύματα, Νύχτα σπαρμένη μάγια!» (3)

 

--*****--

 


 




 

 

-------------------------------------------------------------------------------------------------
Σημειώσεις:
1. Από την πρώτη μου συλλογή: ΑΣΤΑΘΜΗΤΑ, 1978
2. Από την ενότητα :ΤΑ ΤΡΙΣΤΙΧΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ, 2021
3. Διονύσιος Σολωμός: ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ, (Σχεδίασμα Γ’,
VI)

- Η παρούσα συλλογή, προέκυψε μετά την Πρόσκληση-Πρόκληση
του «Δικτύου Λογοτεχνών».
-------------------





[Βάλια Γιγαντίδου]



Δεν υπάρχουν σχόλια: