Σάββατο 8 Μαΐου 2021

Η Μεγάλη Έξοδος

 

                                                      

Η τηλεόραση έπαιζε μόνη της στο διαμέρισμα του άγνωστου κυρίου Χ. Αυτού του μυστήριου μοναχικού τυφλοπόντικα που κατοικεί χρόνια τώρα στην διπλανή πόλη, την διπλανή γειτονιά ή και την διπλανή πόρτα. Με το που άκουσε το έκτακτο δελτίο ειδήσεων βγήκε βιαστικά από το λαγούμι του, μια μικρή καστροπολιτεία από πλουμιστά στρωσίδια πάνω στον καναπέ. Πήρε μια κοφτή ανάσα. Έπιασε το τηλεκοντρόλ και το δυνάμωσε στη διαπασών. Κατάρα. Έγινε αυτό που υποπτευόταν. Οι δημοσιογράφοι  έδειχναν πλάνα από τους κατάμεστους δρόμους. Κόσμος πολύς. Οχλαγωγία. Γέλια, τραγούδια, αλαλαγμοί. Το βλέμμα του έπεσε τώρα σε ένα βιαστικό πλάνο με κάτι σάτυρους που φιλιόντουσαν ξεδιάντροπα και αγκαλιάζονταν χωρίς να υπάρχει αύριο.

 Πώς τολμάνε; Τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ένα αίσθημα ψύχρας διέτρεξε την ραχοκοκαλιά του και τον έκανε να αναριγήσει  κάτω από τα σκεπάσματα. Ήταν έτοιμος να την κλείσει για να μην ακούει άλλο. Τα χέρια του τώρα έτρεμαν και η καρδιά του είχε σίγουρα ξεκουρντιστεί, αφού την άκουγε να χτυπάει πιο δυνατά από την φωνή των δημοσιογράφων.  

Λαοθάλασσα στην πλατεία Πλακούτση. Σε μια διόλου σεμνή τελετή ανάψανε  φωτιές και χόρευαν γύρω της σαν καλικαντζαραίοι. Τα αναμνηστικά του κακού γινόντουσαν παρανάλωμα του πυρός. Παντόφλες, πυτζάμες, κουβέρτες, μάσκες και γάντια τυλίγονταν στις φλόγες αφήνοντας πίσω μόνο στάχτες και αποκαΐδια.  Κάτι πιτσιρικάδες άδειαζαν καθαρό οινόπνευμα και αντισηπτικό  για να αναζωπυρώσουν την φωτιά που κατέτρωγε λαίμαργα όλα τα σύμβολα της οδύνης. Η Μεγάλη Έξοδος ήταν πια γεγονός.

Σηκώθηκε από τον καναπέ. Ανασκουμπώθηκε. Έγειρε μπροστά, ίσα για να βρεθεί στο ύψος των δημοσιογράφων και των πολιτικών που κονταροχτυπιόντουσαν στα παράθυρα.      

« Όχι, όχι! Μην ανησυχείτε για μένα, είπε και έτεινε το χέρι στην οθόνη. Εγώ  θα κάτσω μέσα. Μείνετε ήσυχοι. Το ακούσατε; Εγώ θα μείνω εδώ. Για πάντα. Σαν κόκορας  που τον ρίξανε σε πέτρινο  γεφύρι για να στεριώσει. Δεν βγαίνω σας λέω. Αρνούμαι. Προτιμώ να με πλακώσουν οι σοβάδες παρά να βγω. Θα κάτσω και άλλο, μέχρι που να νιώσω την γεύση της πέτρας στο στόμα μου. Θα μείνω εδώ να υπερασπιστώ το κάστρο μου. Αυτό που χρόνια και χρόνια τώρα με προστατεύει από όλους τους κινδύνους εκεί έξω. Ναι, μακριά από όλους αυτούς. Ελπίζω να καταλαβαίνετε. 

Ξέρετε, ήμουν πολύ καλός πάντοτε στην τέχνη της τυφλής υπακοής. Από παιδί ακόμα. Τότε που με πονούσε θυμάμαι όλο το σώμα γιατί φοβόμουν τους κυνόδοντες του δασκάλου. Και κάθε δασκάλου και μικρού θεού έκτοτε που με έκλεινε και με ροκάνιζε στα σαγόνια του. Πάντοτε με την δικαιολογία της αυθεντίας. Για να με φτύσει έπειτα πίσω στην θέση μου μασημένο και σαλιωμένο.  Μήπως και εκκινήσει υποψίες η απουσία μου. Φαινομενικά ακέραιος, εσωτερικά ανύπαρκτος. Με έπαιρναν θυμάμαι από το χεράκι το μαβί  και μου κινούσαν το μολύβι  μέχρι να χαράξω τις γραμμές και τα μοτίβα που αγαπούσαν. Το χεράκι έγινε χέρι και έτσι έμαθα μια ζωή να αναζητώ ένα μεγαλύτερο, περιεκτικό που να κλείνει το δικό μου το μελανιασμένο και να το οδηγεί.

Τα χρόνια πέρασαν. Γλείφοντας το χέρι μου σαν  γάτα για να γιάνω το τραύμα το δικό μου και όσων πέρασαν πριν από μένα, σάλιωνα ταυτόχρονα και το χέρι του αφέντη που με κινούσε. Και μαζί  λάδωνα και τα γρανάζια του. Ποιος ο θύτης, ποιος το θύμα και ποιος ο διασώστης;  Ο καιρός πέρασε και εγώ έμεινα με την ψυχή χωμένη σε μια θερμοκοιτίδα για να την ζεστάνω από ό,τι με παγώνει  φορώντας μωρουδιακά και απαγγέλλοντας το δράμα μου αιώνια.

Τώρα θα μείνω εδώ. Ακίνητος. Το αποφάσισα. Το χέρι και η ψυχή ατρόφησαν και έμειναν να κρέμονται στεγνά στον αέρα ζητώντας φάσκιωμα, περιτύλιγμα, φίλτρα προστασίας ακόμα και από τον αέρα που αναπνέω. Αρρώστησα σας λέω. Αρρώστησα και πέθανα χωρίς να το καταλάβω.

Το άρον τον κράββατον σου και περιπάτει και το Λάζαρε, δεύρο έξω δεν πιάνουνε σε μένα. Δεν είναι ικανές  τέτοιες φτηνές παροτρύνσεις να με βγάλουν από το κάστρο μου. Θα μείνω εδώ, σας λέω. Να φυλάω τους τοίχους του και να μετράω τα ντουβάρια του ένα προς ένα. Και ας μου γλείφουν οι δράκοι τις σάρκες  με τις πύρινες γλώσσες τους.

Και αυτήν εκεί στον καναπέ, την κουβέρτα μου, δεν θα μου την πάρει κανείς! Είναι δική μου. Την ζεστασιά της ψάχνω  κάθε που θέλω να κρυφτώ από τον κόσμο που μου φαίνεται αλλόκοτος και κρύος. Αυτή τυλίγει και προστατεύει τον εύθραυστο κόσμο μου που είναι  έτοιμος να ραγίσει ανά πάσα ώρα και στιγμή. Αυτή είναι εδώ για μένα όταν νιώθω να συντρίβομαι και θέλω απλά να κλείσω τα μάτια μου και να τα σβήσω όλα.

Μη μου λέτε λοιπόν τώρα να την αποχωριστώ, να την βγάλω από πάνω μου και να βγω στον κόσμο  έτσι τσίτσιδος και ντροπιασμένος σαν τον γυμνό βασιλιά.

 Με περιμένει αγώνας εκεί έξω. Όχι, όχι!

Αρνούμαι να βγω από το σπίτι. Αρνούμαι να βγω από την κουβέρτα. Αρνούμαι να βγω από την μήτρα. Και ας ξέρω πως στο τέλος θα φράξουν οι πόροι μου και θα πεθάνω αγέννητος ακόμα με τον ομφάλιο λώρο άκοπο».

Bελισσαρία Μπαφατάκη




1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

μ

μεστό και με ζωντανή γλώσσα