Σάββατο 15 Μαΐου 2021

Κοιμητήριο

 

Το κοιμητήριο ήταν ήσυχο.  Μεσημέρι και πανδημία. Συνδυασμός εκρηκτικής σιωπής. Λιακάδα, τα δέντρα ήρεμα. Διέσχιζε τους διαδρόμους με βήματα αργά και σταθερά. Δύο ματσάκια ανεμώνες στα χέρια για τους αγαπημένους. Αναμνήσεις, όμορφες στιγμές. Σε μία στροφή την αντίκρισε. Μία νέα γυναίκα με μαύρα ρούχα, η μοναδική, στεκόταν στη μέση ενός διαδρόμου.  Μόλις την είδε από μακριά η κοπέλα στάθηκε αντίκρυ της σα να την περίμενε. Όσο πλησίαζε η νεαρή κοπέλα άρχισε να χειρονομεί, της απευθυνόταν. Πλησίασε. Η νέα κοπέλα με δύο ξανθές κοτσίδες, μαύρη κλαρωτή φούστα, μαύρη μπλούζα, μποτάκια και μια τσάντα στην πλάτη έμοιαζε με ξωτικό. Της έδειχνε με τα χέρια της ένα μνήμα.  Κοίταξε και είδε ένα απλό μνήμα με λίγα λουλούδια και μία φωτογραφία παλιά, μιας νέας γυναίκας που έμοιαζε εκπληκτικά με την κοπέλα. Κοίταξε την ημερομηνία-σήμα ζωής και θανάτου.  Λίγο πριν το 1950 η γέννηση,  λιγότερο από ένα μήνα η ημερομηνία θανάτου. Η νεαρή κοπέλα άρχισε να κλαίει και να της μιλά βιαστικά και πνιχτά. Ήταν η μητέρα της. Την είχε χάσει εντελώς αναπάντεχα και δεν μπορούσε να το χωνέψει. Μοναχοπαίδι, ζούσαν μαζί και δεν έχει άλλον στον κόσμο. Τα έλεγε όλα μαζί με αγωνία, μπερδεμένα. Μια ολόκληρη γεμάτη  ζωή επιχειρούσε να ’ρθει στο φως σ’ αυτό τον μονόλογο. Ήταν  μια χαρά. Είχε γλιστρήσει στη σκάλα του σπιτιού, ένα μικρό γλίστρημα, έπεσε, χτύπησε στο πόδι και λίγο πίσω στο κεφάλι. Την πήγαν στο νοσοκομείο. Στα επείγοντα. Την κράτησαν μέσα μία ημέρα. Την επομένη την έβγαλαν και της είπαν ότι χρειάζεται διασωλήνωση γιατί η καρδιά της ίσως δεν άντεχε. Δεν είχαν όμως θέση. Άρχισε τότε ο μαραθώνιος αναζήτησης και κατέληξαν σε ιδιωτική κλινική. Εκεί την διασωλήνωσαν σε μονάδα εντατικής και δεν της επέτρεπαν να τη δει παρά μόνον  κάθε πέντε ημέρες. Έμεινε έτσι έναν ολόκληρο μήνα. Αμφίβολο αν χρειαζόταν τη διασωλήνωση λέει. Στο τέλος του μήνα βγήκε από την καταστολή και συνήλθε. Ήταν καλά, μιλούσε. Συνέχιζαν να μη της επιτρέπουν να έρχεται συχνά. Εκείνη ήθελε να ελέγχει. Η μητέρα της , η αγαπημένη της. Το μοναδικό πρόσωπο που είχε στη ζωή της. Μετά άρχισε η πτώση. Ούτε η ίδια δεν κατάλαβε τι της συνέβη. Άρχισε να έχει κάποια προβλήματα. Επιπλοκές της διασωλήνωσης; Νοσοκομειακές λοιμώξεις; Προσπαθούσε  να ελέγξει τα σωληνάκια και τους καθετήρες αλλά δεν της το επέτρεπαν. Κάποια μέρα είδε το μπουκαλάκι του εμβολίου άδειο πλάι της. Μα ούτε την είχαν ρωτήσει; Δύο ημέρες μετά έπαθε νεφρική ανεπάρκεια. Κάποια στιγμή την κάλεσαν και της είπαν ότι η μητέρα της ήταν πολύ άσχημα. Πήγε στην κλινική και δεν την άφησαν να μπει λόγω της πανδημίας. Πλήρωσε, έκανε το απαραίτητο τεστ και παρόλα αυτά ήταν έξω από το χώρο, στο προαύλιο. Η μητέρα μου ωρυόταν, πέθανε ολομόναχη. Και σα να μην έφτανε αυτό, μου την έδωσαν έτσι ενώ ήταν γεμάτη ούρα. Μου το είπαν. Έτρεχαν τα ούρα στην κηδεία. Όπως και τα δάκρυά της τώρα, ποταμός. Έχασα τη μανούλα μου φώναζε, από ένα πέσιμο πώς βρεθήκαμε εδώ;  Το αδιανόητο. Και  ερωτήματα. Στεκόταν οι δυο τους στο έρημο κοιμητήριο. Δυο γυναίκες, πολλά μνήματα, μνήμες. Και τους κοιμώμενους ξεσήκωναν τα κλάματά της. Της μίλησε ήρεμα , την καθησύχασε, της στάθηκε, της ευχήθηκε. Η  νεαρή κοπέλα μαλάκωσε, την ευχαρίστησε, της ευχήθηκε κι εκείνη. Η ερημιά φωτίστηκε. Προχώρησε προς το μνήμα του δικού της ανθρώπου. Έκανε τα τελετουργικά αλλά το μυαλό της ήταν στη νεαρή κοπέλα. Γύριζε και την έβλεπε να στέκει εκεί στη μέση του διαδρόμου. Αποστομωμένη. Είναι δυνατόν οι άνθρωποι να έχουν γίνει απλοί αριθμοί;  Κάθε μέρα επί ένα χρόνο άκουγαν νούμερα, στατιστικές, παγκοσμίως. Τόσοι νεκροί, τόσοι διασωληνωμένοι, τόσες εισαγωγές, τόσα κρούσματα. Τέτοιο ποσοστό νόσησης. Άλλο ποσοστό για τον εμβολιασμό. Και τρίτο ποσοστό για την απουσία εμβολιασμού. Η ζωή τους είχε γίνει μαθηματικά. Πώς είναι δυνατό να συμπεριληφθεί σε αυτή την αριθμολογία η μοναδική περίπτωση  κάθε ύπαρξης;  Η ιδιαιτερότητά της  και η μοναδικότητά της; Ο τρόπος που φοβάται, ο λόγος για τον οποίο νοσεί ή δεν νοσεί, τι σημαίνει  το σύμπτωμά του, η αδυναμία του, η δύναμή του. Η ζωή του και ο θάνατός του. Σ’ αυτό τον ήρεμο τόπο ένοιωσε ανθρώπινη. Μία  συνάντηση σ’ αυτό το χώρο του επέκεινα την έκανε να νοιώθει πολύ καλύτερα από τον κόσμο των ζωντανών νεκρών, των αριθμών. Δεν ένοιωθε καθόλου μόνη. Κάθε τόσο έστρεφε το βλέμμα στη νεαρή κοπέλα που της χαμογελούσε, την πλησίαζε, κοίταζε τα άλλα μνήματα, της μιλούσε. Έχουμε και άλλους εδώ. Και η ίδια είχε και άλλα πρόσωπα και διέσχισε το κοιμήτηριο σε διαφορετικές κατευθύνσεις για να αφήσει λίγα λουλούδια.  Γυρνώντας προς την έξοδο κράτησε ένα λουλούδι για κείνη τη νεαρή κοπέλα τριάντα οκτώ ετών. Δώδεκα χρόνια τώρα σε όσες επισκέψεις έκανε για αγαπημένους και φίλους, την έβλεπε εκεί χαμογελαστή στη φωτογραφία. Τώρα το μνήμα ήταν παρατημένο, γεμάτο φύλλα από τα δένδρα .Καμία επίσκεψη. Καθάρισε τα φύλλα και άφησε το λουλούδι πάνω στη φωτογραφία. Έστρεψε το βλέμμα της αριστερά και είδε τη νεαρή κοπέλα με τις κοτσίδες, κοντά στο μνήμα της μητέρας της, να μιλά  με κάποιον άλλο.

Βέρα Παύλου



[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]

Δεν υπάρχουν σχόλια: