Πιστός θαμώνας ενός λιμανιού, που
η αρμύρα του σκουριάζει το αίμα, αναλώθηκα στην άμπωτη του χρόνου,
μεταγγίζοντας τον πόνο μου στάλα στάλα στο λευκό χαρτί. Με ρωτούν «πιστεύεις;».
Τους λέω: Δεν πιστεύω στην αγάπη· αγαπώ. Δεν πιστεύω στο καλό· κάνω για τους
άλλους το καλό. Δεν πιστεύω στο επέκεινα· γράφω. Μου ’γινε συνήθειο πια, δεν κρίνω,
δεν κατακρίνω, δεν υποκρίνομαι, μόνο βλέπω όλη μέρα μ’ εκείνο το βλέμμα που γίνεται
καθρέφτης για να μπορέσω να δω καλύτερα τον εαυτό μου, έχοντας σπουδάσει για
χρόνια την ερημιά και την απόγνωση των άλλων, τις πληγές που θηρία μάς κάνουν.
Και τα βράδια
της σιωπής που ο κόσμος ησυχάζει, αποκλεισμένος εδώ πάνω στο φρύδι της ερημιάς,
εξόριστος στις ήττες και τις χασούρες μου, στήνω αυτί και ενωτίζομαι κραυγές
από ναυάγια και σαλέματα από εκείνες τις πρώτες μας φορές, τις ματωμένες
αταξίες, τα φλογισμένα χρόνια, τα αχ! και βαχ! από χιλιάδες αθόρυβες
σταυρώσεις· κι έπειτα, αφού σηκώσω τα μάτια στων αστεριών τους δρόμους, σαν
παροπλισμένο πλοίο κουρνιάζω στο κουτσό από τον χρόνο παγκάκι μου –εκεί πίσω
από την καμινάδα της ΔΕΗ- και βάζοντας τα δυνατά μου παλεύω, ολοένα παλεύω με
τους δαίμονές μου, ανοίγοντας κουβέντα με τους ουρανούς.
Ταμένος να
ξοφλήσω το χρέος που από μικρό με βαραίνει, κάτι να περισώσω από την ψυχή μου.
Αμύνομαι. Γι’ αυτό και γράφω από το υστέρημά μου, όχι για μένα· για τους άλλους
-όχι τους ζωντανούς- αυτούς που φύγανε
νωρίς και δεν πρόλαβαν να μιλήσουν, μια στέγη για τη μνήμη τους, μη γίνει ένα
με τη φθορά· για την ομορφιά, για τη θάλασσα, για την κοινή μοίρα της ανθρωπότητας,
για τους φίλους που δε θα γεννηθούν ποτέ, για το αίσθημα της συμπάθειας, της
θυσίας και του θάρρους· για δαιμονισμένα τελώνια που λαθρόβια έζησαν και
πόνεσαν βουβά, για τον θυμό και το κλάμα των απόκληρων και των καταδικασμένων,
για τα χλωμά πρόσωπα του καιρού μας που δεν συνάντησα ποτέ κι όμως τα ξέρω καλά
γιατ’ είναι τ’ άλλο μου μισό, από τον τρόπο που μου αγγίζουν το χέρι στον
δρόμο, από τα βαθύσκιωτα μάτια τους στις πλατείες, στις αποβάθρες, στα λιμάνια,
στα καφενεία, στις ουρές των συσσιτίων, στους διαδρόμους των νοσοκομείων, στα
πάρκα, στα τρένα, στους σταθμούς των υπεραστικών, στις στοές και στα ρείθρα των
πεζοδρομίων -βυθισμένοι στις έγνοιες και το μαράζι τους.
Μαρτυρολόγια
γράφω για όσα δεν έγιναν κι εμείς απεγνωσμένα θέλουμε να τα σώσουμε, να τα
φυλάξουμε στον κόρφο μας σπόρο πολύτιμο, κρυφό κι αθώρητο, μέχρι να τα γεννήσουμε
εκ νέου στο μέλλον, προτού ο κόσμος σβήσει οριστικά. Λουσμένος το κίτρινο φως αφήνω
χωρίς ενοχές τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα στο χαρτί, για να ξορκίσω το Τίποτα
που μας κυκλώνει και λίγο λίγο όλους θα μας καταβροχθίσει. Κι αν κάποτε, κατά
τύχη, ανακαλύψουν τα απελπισμένα μου γράμματα σ’ ένα μπουκάλι στο πέλαγος
τίποτα επιζήσαντες λαθραναγνώστες και τα φυλλομετρήσουν, μαρτυρίες ζωής, θα
πούνε, και μαρτύριο ενός σεσημασμένου που δραπέτευσε με σωσίβιο και σχεδία τις
λέξεις του από τους σακάτικους εκείνους καιρούς.
Δημήτρης Χριστόπουλος


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου