Παρασκευή 27 Νοεμβρίου 2020

Η κόψη του νυστεριού της

 Έχει η Λογοτεχνία  αρκετή δύναμη ώστε να αλλάξει τη ροή της ιστορίας;  Αν ναι τότε επιτελεί μια ύψιστη πολιτική πράξη.

 Είναι οι πολιτικές εξελίξεις αυτές που επηρεάζουν τη Λογοτεχνία ή εν τέλει οι συγγραφείς συμβάλλουν στη διαμόρφωση των συνθηκών γύρω τους;

Στέκεται ο φωτισμένος συγγραφέας  μακριά από κάθε ευσεβή δουλοπρέπεια απέναντι στο πρόσωπο του και αρνείται να προσαρμοστεί  στις χρήσεις και τους ιδιωματισμούς της εποχής;

Είναι η τυφλή υποταγή στο προσωπικό έναντι του συλλογικού  συμβατή με τη συγγραφική περσόνα;

Ο θυμός και η απαξίωση απέναντι στην κοινωνική αδικία  εκφράζουν μια εσωτερική εξορία που βρίσκεται πέρα από κάθε κώδικα;

Τυφλή υποταγή ή ανυπακοή για τον αφοσιωμένο γραφιά;

Παρόμοια ερωτήματα   συχνά προκύπτουν για να απαντήσουν στην αμηχανία του ορισμού Πολιτική και Λογοτεχνία.

Αν αποδεχθεί κανείς πως στα πάθη της Λογοτεχνίας φτάνει κανείς μέσα από παράθυρα απαγορευμένα και πως η λογοτεχνία φτάνει σε σπουδαία επιτεύγματα όταν μεταγγίζεται μέσα από κείμενα όπως το ‘’Κιβώτιο’’ του Άρη Αλεξάνδρου ή τον ‘’Μπιντέ’’ του Μάριου Χάκκα, αν αναλογιστεί κανείς τον ‘’Λοιμό’’ του Αντρέα Φραγκιά που, παρόλο που έχει ιστορική βάση  τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, γράφεται και διαβάζεται ως η ευρύτερη, διαχρονική και πανανθρώπινη παράνοια της φυλάκισης και της συμμόρφωσης σε αβάσιμες ιδέες και πρακτικές , τότε η απάντηση προκύπτει από μόνη της..

Αν σκεφτεί κανείς πως ακόμη και η  σύγχρονη  αστυνομική λογοτεχνία ξαναβάζει την πολιτική στην καθημερινότητά μας, συνδέοντάς την με το έγκλημα, τα υπολανθάνοντα αίτια της σήψης, τους άδηλους παράγοντες που οδηγούν στην κορυφή του παγόβουνου  και πως πολλά αστυνομικά μυθιστορήματα έχουν κοινωνική και πολιτική προοπτική καθώς συχνάκις αναφέρονται στη διαφθορά της εξουσίας , τη διαπλοκή μεγαλοπαραγόντων, τότε ναι αυτή η στάση είναι μα στάση αμιγώς πολιτική.

Με ποια άλλα κριτήρια ,εξαιρουμένων των αμιγώς λογοτεχνικών,  θα μπορούσε κανείς να κρίνει το ‘Να τελειώνουμε με τον Έντυ Μπέγκελ’ του Εντουάρ Λουί, παρά μόνον με πολιτικά; Πως μπορεί να εξηγηθεί άλλως η εξέγερση ενάντια στη φτώχεια, στην κοινωνική τάξη στο ρατσισμό και τη βία;

Η Λογοτεχνία μεταξύ άλλων , είναι και  βασικός ανατόμος του κοινωνικού γίγνεσθαι. Αν μια κόψη του νυστεριού της δεν είναι ακονισμένη πολιτικά, τότε κείμενα του Γαλλικού ή του Νεοελληνικού  Διαφωτισμού θα καθίσταντο αυτομάτως όμορφες λέξεις κενές περιεχομένου.

Εύη Κουτρουμπάκη

 Φιλόλογος, Κριτικός Λογοτεχνίας

 


(Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου)

Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Η γραφή ως μαρτυρολόγιο

Πιστός θαμώνας ενός λιμανιού, που η αρμύρα του σκουριάζει το αίμα, αναλώθηκα στην άμπωτη του χρόνου, μεταγγίζοντας τον πόνο μου στάλα στάλα στο λευκό χαρτί. Με ρωτούν «πιστεύεις;». Τους λέω: Δεν πιστεύω στην αγάπη· αγαπώ. Δεν πιστεύω στο καλό· κάνω για τους άλλους το καλό. Δεν πιστεύω στο επέκεινα· γράφω. Μου ’γινε συνήθειο πια, δεν κρίνω, δεν κατακρίνω, δεν υποκρίνομαι, μόνο βλέπω όλη μέρα μ’ εκείνο το βλέμμα που γίνεται καθρέφτης για να μπορέσω να δω καλύτερα τον εαυτό μου, έχοντας σπουδάσει για χρόνια την ερημιά και την απόγνωση των άλλων, τις πληγές που θηρία μάς κάνουν.

Και τα βράδια της σιωπής που ο κόσμος ησυχάζει, αποκλεισμένος εδώ πάνω στο φρύδι της ερημιάς, εξόριστος στις ήττες και τις χασούρες μου, στήνω αυτί και ενωτίζομαι κραυγές από ναυάγια και σαλέματα από εκείνες τις πρώτες μας φορές, τις ματωμένες αταξίες, τα φλογισμένα χρόνια, τα αχ! και βαχ! από χιλιάδες αθόρυβες σταυρώσεις· κι έπειτα, αφού σηκώσω τα μάτια στων αστεριών τους δρόμους, σαν παροπλισμένο πλοίο κουρνιάζω στο κουτσό από τον χρόνο παγκάκι μου –εκεί πίσω από την καμινάδα της ΔΕΗ- και βάζοντας τα δυνατά μου παλεύω, ολοένα παλεύω με τους δαίμονές μου, ανοίγοντας κουβέντα με τους ουρανούς.

Ταμένος να ξοφλήσω το χρέος που από μικρό με βαραίνει, κάτι να περισώσω από την ψυχή μου. Αμύνομαι. Γι’ αυτό και γράφω από το υστέρημά μου, όχι για μένα· για τους άλλους -όχι τους ζωντανούς-  αυτούς που φύγανε νωρίς και δεν πρόλαβαν να μιλήσουν, μια στέγη για τη μνήμη τους, μη γίνει ένα με τη φθορά· για την ομορφιά, για τη θάλασσα, για την κοινή μοίρα της ανθρωπότητας, για τους φίλους που δε θα γεννηθούν ποτέ, για το αίσθημα της συμπάθειας, της θυσίας και του θάρρους· για δαιμονισμένα τελώνια που λαθρόβια έζησαν και πόνεσαν βουβά, για τον θυμό και το κλάμα των απόκληρων και των καταδικασμένων, για τα χλωμά πρόσωπα του καιρού μας που δεν συνάντησα ποτέ κι όμως τα ξέρω καλά γιατ’ είναι τ’ άλλο μου μισό, από τον τρόπο που μου αγγίζουν το χέρι στον δρόμο, από τα βαθύσκιωτα μάτια τους στις πλατείες, στις αποβάθρες, στα λιμάνια, στα καφενεία, στις ουρές των συσσιτίων, στους διαδρόμους των νοσοκομείων, στα πάρκα, στα τρένα, στους σταθμούς των υπεραστικών, στις στοές και στα ρείθρα των πεζοδρομίων -βυθισμένοι στις έγνοιες και το μαράζι τους.

Μαρτυρολόγια γράφω για όσα δεν έγιναν κι εμείς απεγνωσμένα θέλουμε να τα σώσουμε, να τα φυλάξουμε στον κόρφο μας σπόρο πολύτιμο, κρυφό κι αθώρητο, μέχρι να τα γεννήσουμε εκ νέου στο μέλλον, προτού ο κόσμος σβήσει οριστικά. Λουσμένος το κίτρινο φως αφήνω χωρίς ενοχές τα δαχτυλικά μου αποτυπώματα στο χαρτί, για να ξορκίσω το Τίποτα που μας κυκλώνει και λίγο λίγο όλους θα μας καταβροχθίσει. Κι αν κάποτε, κατά τύχη, ανακαλύψουν τα απελπισμένα μου γράμματα σ’ ένα μπουκάλι στο πέλαγος τίποτα επιζήσαντες λαθραναγνώστες και τα φυλλομετρήσουν, μαρτυρίες ζωής, θα πούνε, και μαρτύριο ενός σεσημασμένου που δραπέτευσε με σωσίβιο και σχεδία τις λέξεις του από τους σακάτικους εκείνους καιρούς.

Δημήτρης Χριστόπουλος




[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]



Παρασκευή 13 Νοεμβρίου 2020

Πού βρισκόμαστε σήμερα;

 

  

Από την εποχή του Ομήρου θα ήταν τουλάχιστον άστοχο ν’ αναφερθεί κανείς σε κάποιο σημαντικό λογοτεχνικό έργο έξω από τις κοινωνικές συνθήκες που το ανέδειξαν. Ωστόσο, το αναπόσπαστο της τέχνης με την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, ξεκινώντας από τον Αριστοτέλη και τη θέση του για το πολιτικό ον, πέρασε από πολλά στάδια μέχρι να φτάσει στον Διαφωτισμό  και την Αμερικάνικη Λογοτεχνία του 18ου αιώνα. Ισχύει ότι σήμερα έχουμε πάει στο άλλο άκρο; Να πιστεύουμε, δηλαδή, ότι όσο πιο απόμακρος και ουδέτερος εμφανίζεται ένας γραφιάς, τόσες περισσότερες πιθανότητες έχει να θεωρηθεί ταλαντούχος ακόμα και ιδιοφυής; Φοβάμαι ότι μια τέτοια αντίληψη αν δεν είναι ύποπτη και δείγμα του νέου Μεσαίωνα στον οποίο βρισκόμαστε, είναι τουλάχιστον άκριτη και επιφανειακή. Κανένα λογοτέχνημα δεν μπορεί να ανατρέψει ένα καθεστώς αλλά και καμιά ανατροπή (πολιτική ή κοινωνική) δεν μπορεί ν’ αναδείξει το εύρος και τη σημασία της, χωρίς τη βαθιά και διαχρονική συνδρομή του. Από την άλλη, ένα έργο τέχνης, όσο κι αν είναι δομικά άρτιο, όση έμπνευση και πρωτοτυπία κι αν διαθέτει ο δημιουργός του, δεν βρίσκει τη θέση του αν δεν διαθέτει εσωτερικότητα κι αν αυτή η εσωτερικότητα υποδορίως δεν επικοινωνεί και μ’ αυτό το στοιχείο. Ο Κάφκα και ο Μπέκετ, για παράδειγμα, ήταν πολύ πιο οικουμενικοί και ανατρεπτικοί από πολλούς «στρατευμένους» ομότεχνους τους ενώ και οι τελευταίοι, στην πλειονότητά τους, εμφανίστηκαν αποτελεσματικότεροι στις περιπτώσεις που εκφράστηκαν με  φωνή περισσότερο χαμηλόφωνη και αλληγορική. Με άλλα λόγια, η λογοτεχνία από την ίδια τη φύση της είναι και θα εξακολουθήσει να είναι σύνθετη και πολύπλοκη διαδικασία με κατ’ εξοχήν πολιτικό νόημα και αντίκτυπο, πόρρω απέχουσα από τα διάφορα «πολιτικά» status και την άκαμπτη και συχνά διεφθαρμένη τους πρακτική.

Χρύσα Φάντη


[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ

 


Μήγαρις έχω άλλο στο νου μου  πάρεξ ελευθερία και γλώσσα, αναρωτιόταν ο Ποιητής. Επειδή  όχι μόνο χωρίς ελευθερία κινδυνεύει η γλώσσα, αλλά επειδή και χωρίς γλώσσα κινδυνεύει η ελευθερία.

Η γλώσσα και το ύφος είναι η Λογοτεχνία. Το τι θα πεις και πώς θα το πεις. Δεν έχει πιο μεγάλη σημασία το τι θα πεις, κι αν ήταν έτσι, θα φτιάχναμε βιβλία με ωραίες ιδέες. Το νόημα μετράει εξίσου. Στο βιβλίο του «Η Λογοτεχνία σε κίνδυνο», ο Τοντόροφ κριτικάρει τον φορμαλισμό.  Δεν είναι γκέτο η Λογοτεχνία, δεν είναι ένα κλειστό, αυτόνομο σύμπαν. Είναι μέσα στη συζήτηση των ιδεών, τη δύσκολη γνώση, την καλλιέργεια και το στοχασμό,  στην αναζήτηση της αλήθειας και του νοήματος. Έχει κοινωνικό ρόλο η Λογοτεχνία, δεν είναι life-style που λειτουργεί με όρους μάρκετινγκ. Και νομίζω ότι αυτό αξίζει στην αυθεντική Λογοτεχνία, να μπορεί να σηκώσει τον πέπλο, όπως γράφει ο Μ. Κούντερα στο ομώνυμο δοκίμιο, για να αποκαλύψει την ανθρώπινη κατάσταση και να νοηματοδοτήσει πάλι και πάλι τον κόσμο.

Ο συγγραφέας, μπορεί να μεταπλάσει σε Λογοτεχνία την πραγματικότητα της αδικίας, του φόβου, και των  διακρίσεων, της βίας, τα γεγονότα της πολιτικής ή της εμπειρίας του εαυτού, μέσα από τη μνήμη και τη φαντασία του, την συνείδησή του και το προσωπικό του βλέμμα, τον τρόπο που σκέφτεται και ονειρεύεται, και να φτιάξει με τη γραφή του ένα νέο σύμπαν. Οπωσδήποτε, η Λογοτεχνία δεν είναι Δημοσιογραφία, δεν ακολουθεί τα επίκαιρα γεγονότα της  πολιτικής για να τα κατονομάσει, αλλά να τα μεταπλάσει σε Λογοτεχνία μέσα από σύμβολα και αλληγορίες. Για παράδειγμα, η Μ. Άτγουντ, με την Ιστορία της θεραπαινίδας (Η ιστορία της πορφυρής δούλης, ήταν ο τίτλος του βιβλίου όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 1985), που επανεκδόθηκε πρόσφατα, έφτιαξε μια δυστοπική ιστορία ενός κόσμου όπου οι γυναίκες, μετά την επικράτηση της θεοκρατίας είναι πλήρως υποταγμένες, εργαλεία για αναπαραγωγή. Τέτοια σύμβολα και σήμερα μπορούν να λειτουργήσουν καθώς η βαρβαρότητα εναλλάσσεται σε σημερινές απολυταρχικές κυβερνήσεις. Αλλά και ο Καμύ χρησιμοποιεί ένα σωρό σύμβολα  περιγράφοντας με την Πανούκλα την εποχή του και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Δεν είναι τυχαίο που η φιλόσοφος και ακτιβίστρια Σιμόν Βέιλ προτιμούσε τον Μικρό Πρίγκηπα του Εξυπερύ από τον Αριστοτέλη.

Σκέφτομαι παλιότερες απαράδεκτες τακτικές. Τη σκληρή κριτική στη Μέλπω Αξιώτη για τα πρώτα της έργα που ήταν σουρρεαλιστικά, και καθόλου ευθυγραμμισμένα με τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό του κόμματος  η Πηνελόπη Δέλτα μάλιστα από τη μεριά της παραιτήθηκε από χορηγός σε μια συγγραφική ομάδα,  όταν έμαθε για τη συμμετοχή της Μέλπως  Αξιώτη.

Σήμερα, άραγε που το βιβλίο από ανθρωπιστικό αγαθό γίνεται αναλώσιμο προϊόν μαζικής κατανάλωσης και η Λογοτεχνία ειδικότερα  δεν είναι στην κουλτούρα των νέων, ενώ το διαδίκτυο και η εθιστική τηλεόραση είναι, μετατρέπεται ο αναγνώστης  της παγκόσμιας πολιτισμικής παρακαταθήκης σε χρήστη της παγκοσμιοποιημένης αγοράς του βιβλίου. Θα μπορούσε να προκρίνεται σήμερα η ιδεολογική ανάγνωση της Λογοτεχνίας;

 Έγινε μια επανάσταση συντηρητική και παραμερίστηκε η παράδοση της στρατευμένης, πολιτικοποιημένης Λογοτεχνίας, μιας Λογοτεχνίας που νοιαζόταν τί συμβαίνει ευρύτερα στον κόσμο μας, διαπιστώνει  ο νεαρός Γάλλος συγγραφέας  Έντουαρ Λουί, σύμφυτη με την αντεπανάσταση στο πολιτικό τοπίο, κανένα πολιτικό ενδιαφέρον πια για τις μειονότητες, τη φτώχεια, τη βία, τον αδύνατο, για τον αποκλεισμό, τον κοινωνικό ρατσισμό, αλλά για διαχείριση και κέρδη, αντί για τα κοινωνικά προβλήματα. Πλήρης κυριαρχία της εξατομίκευσης, παγκοσμιοποιημένη κατάργηση του συλλογικού αισθήματος. Με την κρίση και την νέα κανονικότητα το χάσμα μεγάλωσε, αφού «οι λαϊκές τάξεις τραβούν την οικονομία προς τα κάτω». Ο ίδιος θέλει ο λόγος της Λογοτεχνίας του να γίνει εργαλείο συλλογικής χειραφέτησης και το πετυχαίνει.

Στο νου μου έρχεται συχνά το ποίημα Νέοι της Σιδώνος,  του Κ.Π. Καβάφη,  και είμαι διχασμένη απέναντι στο « παιδί φανατικό για γράμματα»  που κριτικάρει τη στάση του μεγάλου  τραγικού, που σεμνύνεται για τη συμμετοχή του στη μάχη – το Μαραθώνιον Άλσος  λιγότερο κι από το δημιουργικό του έργο, της τραγωδίας το Λόγο τον λαμπρό .

Ο  λογοτέχνης έχει υποχρεώσεις ως λογοτέχνης για τη γλώσσα και το νόημα στη γραφή του,  που είναι άσκηση ελευθερίας, όπως  ακριβώς και ως πολίτης,  και δεν χωρεί υποκατάσταση καμιά.

Αρχοντούλα Διαβάτη

 

[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2020

Αφιέρωμα: Λογοτεχνία και Πολιτική

  Δημοσιεύσεις Νοεμβρίου:


7.11.2020Ελευθερία και Γλώσσα, Αρχοντούλα Διαβάτη

14.11.2020: Πού βρισκόμαστε τώρα; Χρύσα Φάντη

21.11.2020: Η γραφή ως μαρτυρολόγιο, Δημήτρης Χριστόπουλος

28.11.2020: Η κόψη του νυστεριού της,  Εύη Κουτρουμπάκη