Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2020

 

Μαγειρέψτε τα σπλάχνα σας –

άριστα, 10!

 

Εδώ είναι το σχολείο μου, το σχολείο μας, εδώ μέσα είναι θάλαμος των αερίων απενεργοποίησης, αφυδάτωσης, αποστείρωσης. Τα παράθυρα που βλέπετε είναι απλά ζωγραφισμένα στους εξωτερικούς τοίχους του κτιρίου, εδώ μόνο σκοτάδι, βαριά νύχτα οι αίθουσες· όλοι, δάσκαλοι και μαθητές, κυκλοφορούν με ρούχα φωσφορίζοντα σαν φαντάσματα, οι αίθουσες μαύρες, πηχτές, ο δάσκαλος-βρέφος στην έδρα φωσφορίζει πράσινο ανοιχτό, απέναντι οι μαθητές, σαν να κάθονται στο κενό, φωσφορίζουν και αυτοί, ροζ τα κορίτσια, γαλάζιο τα αγόρια. Τα χρώματα αλλάζουν, ροζ τα αγόρια, γαλάζιο τα κορίτσια, ο δάσκαλος παραμένει σταθερά πράσινος. Στους τοίχους, όμοια με τρόπαια κυνηγιού, είναι τοποθετημένα τα ταριχευμένα κεφάλια δασκάλων που δεν συμμορφώθηκαν.

       Λίγο πριν το διάλειμμα ο δάσκαλος-βρέφος εκρήγνυται, μια λίμνη αίματος σχηματίζεται, ένας άλλος δάσκαλος-βρέφος απελευθερώνεται από τον ιστό της αράχνης που απλώνεται στην οροφή της αίθουσας και παίρνει τη θέση του, οι μαθητές χαρωποί τρέχουν πλατσουρίζοντας στη λίμνη αίματος και βγαίνουν στην αυλή· δεκάδες κόκκινες πατημασιές παντού καθώς τρέχουν, παίζουν, παιδιά είναι. Εκεί στην αυλή, στον καθαρό αέρα, μένουν ακίνητα, σαν μαρμαρωμένα, μόνο μερικά από αυτά, συνήθως μαθήτριες και μαθητές λυκείου, σερνάμενοι σαν ερπετά, κατεβαίνουν στα ουρητήρια. Οι διαφανείς πόρτες των τουαλετών έχουν πάνω τους αποθανατισμένα τα πορτρέτα των μεγάλων παιδαγωγών Σύμορ Πέιπερτ, Αντόνιο Νοβόα, Λεβ Βιγκότσκι, Ιβάν Ίλιτς, Πάουλο Φρέιρε, Σελεστάν Φρενέ, Οβίντ Ντεκρολύ, οι τοίχοι είναι γεμάτοι ζωγραφιές (κακέκτυπα έργων του Μαξ Ερνστ), από τα μεγάφωνα ακούγονται ουρλιαχτά, ήχοι κεραυνών και θυελλωδών κοσμικών ανέμων, κάθονται όλοι, κυκλικά, πάνω στα σκατόνερα· στο κέντρο του κύκλου μια κοπέλα βάζει ανάμεσα στα μπούτια της μια λαμπάδα, την ανάβει, γυρνά αργά και καθένας από τις μαθήτριες και τους μαθητές ανάβει τσιγάρο. Η κοπέλα στέκεται όρθια σαν άγαλμα στο κέντρο με τη λαμπάδα στο χέρι, σβηστή, χαζογελάει· μόλις τελειώνουν το κάπνισμα πετούν τις γόπες επάνω της, αυτή συνεχίζει να κάνει πως χαζογελάει, μαζεύει τις γόπες προσεκτικά, τις χώνει στο στόμα της και τις μασάει αργά, σταθερά, όλες, διακόσιες γόπες αναλογούν σε μια μέρα δικαιολογημένης απουσίας από το σχολείο (σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας), δέκα χιλιάδες γόπες και προβιβάζεσαι στην επόμενη τάξη χωρίς εξετάσεις.

       Διάλειμμα τέλος, συναγερμός, σειρήνες, μουσική διαδοχικά: Waltz No.2Dmitri Shostakovich, κροτάλισμα αυτόματων όπλων. Στην αίθουσα.

       Μ ά θ η μ α  π ρ ώ τ ο: Καταβύθιση και αγκυροβόληση ενός στιγμιαίου γεγονότος, αυτού που συνορεύει βόρεια με νυχτερινή επιθυμία ανεκπλήρωτης φαντασίωσης, νότια με άρωμα νεκρού σώματος, φροντισμένου από άγνωστο νεκροθάφτη, δεξιά με την απόγνωση, αριστερά με την απόγνωση.

       Μ ά θ η μ α  δ ε ύ τ ε ρ ο: Δολοφονία ενός φιλιού, μια γάτα μαύρη με γαλάζια κορδέλα χοροπηδά έντρομη υπό την απειλή ενός γέρικου σκύλου, ένα δόντι θα καρφωθεί στον λαιμό της, ένα νιάου και τέλος.

       Μ ά θ η μ α  τ ρ ί τ ο: Απόκρυψη της παρουσίας, συμπλέγματα, κρυψώνες, τρόποι διαφυγής, ακροβασίες απουσίας, σαν να μην υπάρχω.

       Μ ά θ η μ α  τ έ τ α ρ τ ο: Εξευτελισμός, διαμελισμός των συνάψεων, έλεγχος κυκλοφορίας, διαστρωμάτωση της εμφάνισης, σήμερα η βιτρίνα έχει μόνο σπλάχνα, χιλιάδες μύγες βουίζουν, αυτές θα είναι το γεύμα σας, ωραία, μαγειρέψτε τα σπλάχνα σας, άριστα, 10.

       Οι δάσκαλοι-βρέφη δεν έχουν σκιές, είναι άψυχοι, είναι φαντάσματα-μέλη συνομωσίας υπεραιωνόβιων εντόμων, κριτς κριτς, τρώνε μικρούς μαθητές τις καθημερινές κρυφά στα γραφεία τους, τις εθνικές γιορτές δημοσίως, στις σκάλες του σχολείου· ευτυχής αναπηρία, χοντρές κοιλιές ρεύονται ανθρώπους, τους ξερνούν, ομιχλώδες το τοπίο, σάλια, βλέννες, κινδυνεύεις συνεχώς να γλιστρήσεις, να φας τα μούτρα σου.

       Οι δάσκαλοι-βρέφη στα διαλείμματα ξεκουράζονται πάνω στους σταυρούς που είναι τοποθετημένοι στην αυλή του σχολείου, δεκαπέντε σταυροί, ο ένας δίπλα στον άλλον, οκτώ δάσκαλοι και επτά δασκάλες όλοι σταυρωμένοι, χαμογελούν ικανοποιημένοι· οι δάσκαλοι είναι σε στύση, δεν ντρέπονται καθόλου, αντίθετα, μια σειρά από δεκάδες μαθήτριες περιμένουν να αξιωθούν μια γνήσια πεολειχία, έτσι θα πάνε σπίτια τους με τα σημάδια στα χείλη, οι γονείς είναι περήφανοι όταν η γνώση του θανάτου κατακτιέται ακόμη και ως επίκτητο χαρακτηριστικό.

       Μετά το τέλος των μαθημάτων το σχολείο αρχίζει να συρρικνώνεται, θυμίζει μεγάλο παιχνίδι από παιδική χαρά που ξεφουσκώνει. Το σχολείο συρρικνώνεται αργά αργά εμπρός στα μάτια των μαθητών, όλοι μαζί οι μαθητές γονατίζουν στη γη και γαβγίζουν όπως τα σκυλιά που χάνουν το καλύβι τους, τα γαβγίσματα συνταράσσουν την πόλη, την ξεσηκώνουν, κάθε μεσημέρι συναγερμός αναίμακτος, υποχώρηση και όλα καλά, μια δόση απώλειας πάντα γεννά προσδοκίες. Πάνω από το σχολείο που μοιάζει πια με λόφο σκουπιδιών, ξεχωρίζει το άγαλμα του Προκρούστη, πενταβρόμικο, γεμάτο κουτσουλιές από γλάρους, γλάροι πολλοί πετούν πάνω από τα κεφάλια των μαθητών, οι κραυγές τους είναι τρομακτικές, ένα σύννεφο γλάρων συνοδεύει το καράβι που βουλιάζει στον βυθό της άγνοιας, της απουσίας αίματος.

       Το καλοκαίρι και τις διακοπές των Χριστουγέννων και του Πάσχα στη θέση του σχολείου δημιουργείται ένας κρατήρας που γεμίζει βρόχινα νερά και στον βυθό του σέρνονται περίεργα υδρόβια ζώα· οι γονείς-ψαράδες, αν και χρησιμοποιούν μοντέρνα δολώματα (υποσχέσεις, χρήματα, δώρα, συγγνώμες), δύσκολα τα πιάνουν· αυτά δαγκώνουν με τρόπο τα δολώματα, τα αποκόβουν και ξεφεύγουν, χώνονται στη λάσπη, εκτινάσσονται μέσα από τις απόχες, γλιστρούν, αφήνουν μαύρο σαν τη σουπιά κι εξαφανίζονται αστραπιαία. Αν και υπάρχει σαφής οδηγία για τους κινδύνους που μπορεί να προξενήσουν στην υγεία τους τα θηράματα, οι γονείς-ψαράδες επιμένουν να ψαρεύουν οδυρόμενοι, παραβαίνοντας τον νόμο που απαγορεύει ρητά να δοκιμάζουν τη σάρκα των παιδιών τους.

       Επιστροφή στο σπίτι, συν, πλην τίποτε, κανένα σημάδι. Μαμά, σε αγαπώ, μπαμπά, σε αγαπώ, είμαι μαγνητόφωνο, είμαι μια νέα καισαρική τομή, είμαι παιδί σας και σας αγαπώ, η τσάντα μου μυρίζει, βρομάει, σαν να άδειασε το βυτιοφόρο του ζωολογικού κήπου μέσα της, είναι βαριά και με τραβάει στον βυθό, έμαθα να κολυμπώ σε ωραία ακάθαρτα νερά, σαν κι αυτά που πλημμυρίζουν το σαλόνι μας, σαν κι αυτά που είναι βουτηγμένος ο καλός ο καναπές, οι πολυθρόνες, το κρεβάτι μου, το κρεβάτι μας (!), η βιβλιοθήκη, οι σκέψεις μας, η κουζίνα, το τραπέζι με τα φαγητά, η γιαγιά, που πλέει εδώ και αιώνες μισοπεθαμένη· μόνο το Πάσχα ανασταίνεται για λίγο, για να μας σπάσει τα νεύρα καθώς προκλητικά αλείφεται με τη λιπαρή πέτσα του ψημένου αρνιού, ουρλιάζει και βελάζει και μετά, αφού μας χαλάσει τη διάθεση, ξαναπέφτει νεκρή, τάχατες, κάτω και πλέει· με ενοχλεί αλλά την έχω πια συνηθίσει και την αγαπώ, εκείνη μου έμαθε τα πρώτα γράμματα.

Γιάννης Πάσχος, Φοβού τα βρέφη, εκδ. Περισπωμένη, 2020

 

[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου.]


Δεν υπάρχουν σχόλια: