Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2020

Εδώ στα βάθη οι νεκροί είναι πιο κοντά από τους ζωντανούς

 


Μετά την πυρκαγιά στη Μόρια, το σύνθημα «Είμαστε όλοι μετανάστες», μέσα στη συμβολική αλληλεγγύη και το είδος συμπαράστασης που εκφράζει, παύει να υφίσταται. Ξεκάθαρα πλέον είμαστε «καταδικασμένοι» να περιγράφουμε τον ηθικό αποτροπιασμό με λέξεις, με την πραγματικότητα να υπερβαίνει και την πιο άγρια φαντασία. Αν η λογοτεχνία αφομοιώνει την πραγματικότητα και το αντίστροφο, η κάθε Μόρια δεν παραπέμπει απλώς σε μια ανθρωπιστική κρίση, η οποία αναπαράγει άνισα συστήματα διακυβέρνησης ισχυρών και ανίσχυρων κρατών, σε συνθήκες πολέμου, αλλά μάλλον θυμίζει το εφιαλτικό σύμπαν του Τόλκιν, την Μόρντορ.

Καθώς το προσφυγικό αναλώνεται σχεδόν μόνο σε ελέγχους των συνόρων και στην ευθύνη Μ.Κ.Ο. για να δοθεί πρόσκαιρη λύση, οι αφανισμοί θεωρίας, πράξης και ανθρώπων διογκώνονται, προκαλώντας θυμό, αλάφιασμα και αγωνία.

Όσοι και όσες γράφουμε και διαβάζουμε, είμαστε εκ νέου αντιμέτωποι με τα γνωστά και ιστορικά διλήμματα θεωρίας και πράξης. Η πραγματικότητα γίνεται θεριό ανήμερο που μεταλλάσσεται διαρκώς. Όλες οι λέξεις των λογοτεχνικών κειμένων για την προσφυγιά και τη μετανάστευση, δεν είναι επαρκείς για να αλλάξουν τα συμβάντα. Καθώς συνομιλούμε, η ανάγκη σύζευξης της λογοτεχνίας και της τέχνης με την πολιτική και την ιδεολογική τοποθέτηση στους καιρούς αυτής της πολυεπίπεδης κρίσης είναι αναγκαία. Διαφορετικά, η αποπολιτικοποίηση μπορεί να οδηγήσει σε μια εσωτερική διαδικασία απομόνωσης, όπου ο κάθε συγγραφέας θα αναστενάζει με οδύνη για τα δεινά της ανθρωπότητας στην ησυχία του σπιτιού του.

Η αναζήτηση πρόσκαιρου καταφύγιου στους νεκρικούς τάφους από τους πρόσφυγες παραπέμπει στα κείμενα του Τζόσεφ Ροτ, ο οποίος περιέγραψε τις δικές τους εποχές κρίσης.

Εδώ στα βάθη οι νεκροί είναι πιο κοντά από τους ζωντανούς (Ροτ, Τ., 2019, Τα χρόνια των ξενοδοχείων, Αθήνα, Άγρα, σ. 340)

Το να είσαι ξένος και εκτοπισμένος αποκαλύπτει τη διάσταση ανάμεσα σε όσους έχουν κάπως βολευτεί και στους υπόλοιπους:

Ένα είναι βέβαιο: πως είμαι μόνος σ’ αυτή την ξένη πόλη ̇ και το πρωί, περπατώντας στους δρόμους της, ένα ρίγος με διαπερνάει σύγκορμο ̇ το ρίγος του ανθρώπου που βολοδέρνει άστεγος ανάμεσα -σε τόση κρεμασμένη στα μπαλκόνια- σπιτίσια θαλπωρή (Ο.π., σ. 296).

Η Μόρια, λοιπόν, είναι βαριά επισήμανση για το τι γίνεται όταν ο ανθρωπισμός καταργείται και γίνεται υποκρισία, ενώ παράλληλα, ο οικείος εθνικισμός απλώνεται για να ενισχύσει την ξενοφοβία και τον ρατσισμό.

Κι ο αντίλαλος …: «Από τον ανθρωπισμό μέσω του εθνικισμού στην αποκτήνωση» (Ο.π., σ. 340)

Γι’ αυτό τα καράβια που μεταφέρουν τους πρόσφυγες δεν αποτελούν λύση, αλλά μεταθέτουν το πρόβλημα κάπου αλλού, όπου θα γίνουν νέες προσπάθειες συγκάλυψης του ανθρώπινου πόνου. Με τον ίδιο προβληματισμό, ο Ροτ περιέγραφε τη μεταφορά των προσφύγων με καράβια:

Κρύφτηκε όλη η φτώχεια της προσφυγιάς τους, δεν παραδίδεται πια στα ξεδιάντροπα περίεργα βλέμματα (Ο.π., σ. 38)

Στο διήγημα «η Μετανάστις», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης περιγράφει τους διωγμούς των μεταναστών από τους ντόπιους, τη διαρκή αναζήτηση καταφυγίου και άλλη μία πυρκαγιά μίσους.

Αλλά τι να σοι είπω; Το δειλινό ήλθον οι χωρικοί και τινες ζητούντες να μας αποβάλωσιν εκ του χωρίου.

- Διατί;

- Διότι, κατά δαιμονικήν σύμπτωσιν, την αυτήν νύκτα, καθ’ην εφθάσαμεν  εις το χωρίον, όπου έως τότε ήτον υγίεια, χωρικός τις ησθένησεν αιφνιδίως και την πρωίαν απέθανεν. Οι άνθρωποι λοιπόν εταράχθησαν και επίστευσαν ότι ημείς τους φέραμε την επιδημίαν.[…]

Την ακόλουθον νύκτα έρχονται έξωθεν της οικίας άνδρες και γυναίκες με στοιβιάς και με ξηρούς θάμνους, και εζήτουν να μας καύσωσιν.

(Παπαδιαμάντης, Α., 1981, Άπαντα, Τόμος Πρώτος, κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλίδης, “Η Μετανάστις”, Αθήνα: εκδόσεις Δόμος, σ.σ. 43-44)




Κλείνοντας: η λογοτεχνία αποκαλύπτει διαχρονικά πολιτικά προβλήματα, στα οποία καλούμαστε έμπρακτα να πάρουμε θέση. Και ίσως, πέρα από έναν εύπεπτο καταγγελτικό λόγο, ο οποίος εξατμίζεται γοργά, ένα πρώτο βήμα να είναι η υπενθύμιση του Ροτ:

Ο πόνος είναι η μεγαλύτερη, η θριαμβεύτρια Διεθνής (σ. 300)

Κωστούλα Μάκη

 




Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Για τη δίκη του Ζακ Κωστόπουλου

 


Η δίκη που ξεκινά την Παρασκευή 6.11 για τη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου έχει μια βασική ομοιότητα με τη δίκη που πρόσφατα τελείωσε και για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Αφήνοντας στην άκρη τα πρόσωπα που με τις ενέργειες, τον σχεδιασμό ή και τις αμέλειές τους οδήγησαν στη δολοφονία δύο νέων ανθρώπων, το μαχαίρι στην καρδιά του ενός και οι κλωτσιές στο κεφάλι του άλλου προήλθαν από τον ίδιο σκληρό πυρήνα του φασισμού, στην πολιτική και στην κοινωνική εκδοχή του.


Ως Δίκτυο Λογοτεχνών θεωρούμε ότι η δικαστική και κοινωνική νίκη που σημειώθηκε στην περίπτωση του Παύλου Φύσσα πρέπει να συνοδευτεί από μια δικαστική και κοινωνική νίκη στην περίπτωση του Ζακ Κωστόπουλου – πέραν όλων των άλλων το έχει ανάγκη το ξυλοκοπημένο και μαχαιρωμένο σώμα της δημοκρατίας μας.


Δ.Λ.

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2020

Κι όχι αυταπάτες προπαντός

 


 - 25.05.2020: λευκός αστυνομικός «διατηρεί το γόνατό του» στον λαιμό του αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ επί 8 λεπτά και 45 δευτερόλεπτα.

- 27.08.2020: Οι Μπακς του Γιάννη Αντετοκούμπο δεν «κατεβαίνουν» σε αγώνα διαμαρτυρόμενοι για τη ρατσιστική αστυνομική βία.

 

Κι όχι αυταπάτες προπαντός. Για χρέος καβαφικό και τα τοιαύτα. Εσύ πρέπει να μείνεις ακέραιος. Ούτε παρωνυχίδα. Η σιωπή είναι χρυσός. Κι η αστυνομική βία χρέος για μπασκετμπολίστες.

Ας τρέχουν οι βίες τριγύρω σου, ας σε καλεί ο καιρός να ευτελιστείς «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου / μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες».

 

Εσύ έχεις να γράψεις για το φύλο των αγγέλων.

 

Επίκεινται –άλλωστε– βραχείες λίστες και βραβεύσεις.

Κώστας Κουτρουμπάκης




[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2020

Μια προσωπική υπόθεση με κοινωνικό αντίκτυπο ή αλλιώς η «επικίνδυνη» λογοτεχνία

 

 Προσωπική υπόθεση η γραφή, όσο ο λογοτέχνης αγαπά τον μονήρη βίο, ικανό να οδηγήσει στην ιδιαίτερη θέαση του κόσμου. Πόσο, όμως, αποκομμένος αληθινά είναι από όσα κινούνται γύρω του επηρεάζοντας δραστικά ακόμη και την ιδιότυπη μοναξιά του; Πόσο μπορεί να κλείνει τα μάτια του στα γεγονότα που κατακλυσμιαία προκύπτουν συμπαρασύροντας όποιον θεωρεί πως τη βολική του ιδιώτευση δεν την αγγίζει η κοινωνική ροή και, φυσικά, η πολιτική εκδοχή της πραγματικότητας; Και αν η άρρηκτη σχέση της γραφής με το κοινωνικό γίγνεσθαι εύκολα γίνεται κατανοητή μα και αναπότρεπτη, πόσο έτοιμοι είμαστε να δεχθούμε την πολιτική διάστασή της όχι μόνον ως θέση διατυπωμένη (φανερά ή κρυφά ) μέσα της όσο και (κυρίως) ως συμμετοχή στα πολιτικά πράγματα; Θα έλεγα πως η  εξουσία χρειάζεται τη διανόηση σχεδόν τόσο όσο η διανόηση την εξουσία. Όχι την πολιτική εξουσία φυσικά, καθόσον ρόλος της διανόησης είναι να αντιστρατεύεται τις διάφορες μορφές άσκησής της, και ως νοήμων παρατηρητής και προνοητικός νους να ενημερώνει εγκαίρως για τα ατοπήματά της. Αναφέρομαι στη δύναμη των πνευματικών ανθρώπων, την εξουσία που διαθέτουν να φθάνουν τα δικά τους λόγια όπου πρέπει να ακουστούν και να αλλάζουν την όψη του κόσμου. Είναι τότε που η κρατική μηχανή αποφασίζει να κρατήσει αποστάσεις από τη φωνή της διανόησης – κυρίως όταν αυτή έχει τη μορφή της λογοτεχνικής γραφής και την ικανότητα, ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, να φτάσει σε όσο γίνεται περισσότερους αποδέκτες και να τους καταστήσει δυνάμει αντιπάλους του ισχύοντος κάθε φορά καθεστώτος και της κυρίαρχης ιδεολογίας. Είναι, λοιπόν, «επικίνδυνη» η λογοτεχνία; Και ο λογοτέχνης έχει τέτοια δύναμη μέσα στα κείμενά του, ώστε να καθίσταται διαχειριστικός παράγοντας των τεκταινόμενων;

Θαρρώ πως το παραπάνω ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο με την απαραίτητη προϋπόθεση ο φορέας αυτής της εν δυνάμει «εξουσίας» να κατανοεί αυτήν ακριβώς τη δύναμη της γραφής του. Η γνώση του εαυτού μας και των δυνατοτήτων του, η σαφής γνώση της πραγματικότητας, η συνειδητοποίηση στη συνέχεια της δικής μας θέσης μέσα σ’ αυτήν, συνιστούν τα τρία στάδια αλληλοεξαρτώμενα και αλληλοσυμπληρούμενα που οδηγούν στην προσωπική μας συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι, με θέσεις ξεκάθαρες, με διάθεση αγωνιστική, με σύμπραξη σε κάθε υγιές κίνημα που αναφύεται στους κόλπους της κοινωνίας. Μια τέτοια πρακτική οδηγεί στην «πολιτικοποίηση» της γραφής; Ναι, ας μη φοβόμαστε τον όρο. Εφόσον είναι πλέον αδύνατο μετά από τόσους αιώνες αποδοχής της αριστοτελικής θεώρησης της (κατασκευασμένης και συμβατικά δομημένης) ανθρώπινης κοινωνίας να την εκλάβουμε ως αναπόφευκτα συμβιωτική και το νοήμον όν ως πολιτικό, τότε ας συμφιλιωθούμε με την αλήθεια των πραγμάτων: κάθε που θα ανακύπτει πρόβλημα πολιτικής αυθαιρεσίας, παρακώλυσης δικαιοσύνης, κωλυσιεργίας στη λύση  φλέγοντος θέματος κ.λπ. ο λογοτέχνης ως φωνή ζώσα θα δηλώνει «παρών» λόγω και έργω, όσο μπορεί. Θα ακούγεται η φωνή του; Αυτό δεν το ξέρει κανείς. Όσο ρευστή η πραγματικότητα άλλο τόσο και η συνείδηση των ανθρώπων μεταβαλλόμενη – άλλοτε κατανοούν, άλλοτε κωφεύουν μπροστά στα πλέον αυτονόητα. Αλλά ως προς αυτό ο λογοτέχνης δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

 

Διώνη Δημητριάδου



[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Οι καπνοί του Μεσολογγίου

Κοντά σε όλα τα άλλα σημαντικά θέματα, πιστεύω ότι οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Σολωμού φέρνουν στην επιφάνεια και το ζήτημα της κοινωνικής υπευθυνότητας του δημιουργού, της σχέσης που διατηρεί με το ευρύτερο περιβάλλον, της πολιτικής στάσης που υιοθετεί απέναντι στην κρίσιμη ιστορική στιγμή. Με μια ιντρικαδόρικη διατύπωση θα έλεγα ότι στη δική μου αντίληψη οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, όπως και το μεγαλύτερο μέρος της σολωμικής δημιουργίας, είναι βαθιά πολιτικοποιημένο έργο, με την αριστοτελική βεβαίως έννοια της πολιτικοποίησης, της ίδιας ακριβώς που συναντάμε και σε άλλα εμβληματικά έργα της νεότερης δημιουργίας, όπως ο Επιτάφιος του Ρίτσου, ο Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, το Άξιον Εστί του Ελύτη. 

Αν επιλέγω τώρα να αναφερθώ ειδικά στους Ελεύθερους Πολιορκημένους είναι γιατί ο «πολιτικός» Σολωμός είναι μια υποφωτισμένη πλευρά του σολωμικού έργου και πάντως κείται πέραν των ορίων της συντηρητικής φιλολογικής κριτικής που συνηθίζει να κουκουλώνει την αμηχανία της απέναντι στον ποιητικά εκφρασμένο δημόσιο λόγο του Σολωμού κλείνοντας τον στο αχρονικό και βολικό κάδρο του εθνικού ποιητή, όπου η έννοια του εθνικού υπερβαίνει, λειαίνει και, τελικά, χωνεύει τις ενοχλητικές πλευρές του πολιτικού – χωρίς βεβαίως να δίνει ικανοποιητική λύση στο πρόβλημα. 

 Άλλωστε, ολόκληρη η νεωτερική δημιουργία της χώρας μας, ενταγμένη στο ταραγμένο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον του εικοστού αιώνα, θα επανέφερε διαρκώς το ζήτημα της κοινωνικής υπευθυνότητας και της πολιτικής θέσης του δημιουργού και του έργου του ή θα το εννοούσε εκ του αποτελέσματος. Τα πιο σημαντικά έργα της θα διατηρούσαν μια ευκρινή ή υπόγεια επικοινωνία με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και οι πιο σημαντικοί δημιουργοί θα προέβαιναν σε ευκρινείς ή συμβολικές χειρονομίες απέναντι στις κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις, με βασικό γνώμονα την κριτική διάθεση απέναντι στην αυταρχική εξουσία, στάση που άρχισε να υποχωρεί μέχρι εξαφανίσεως κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

Αναπόφευκτη εξέλιξη. Η ελληνική κοινωνία περνάει τη φάση της ραγδαίας συντηρητικοποίησης, μαζί της συντηρικοποιείται και η διανόηση, μαζί της συντηρητικοποιείται και η γραφή. Η ιδιότητα του λογοτέχνη ως κριτικού διανοούμενου τείνει πλέον να αντικατασταθεί απ’ το πρότυπο ενός προσδεδεμένου στο άρμα της εξουσίας γραφιά ή από την εικόνα ενός μονήρους δημιουργού που είναι αποκομμένος από τον γύρω κόσμο, που είναι εσώκλειστος στον ιδιωτικό του χώρο, που συνάπτει σχέσεις μόνο με το σινάφι, που αρθρώνει λόγο μόνο σε βιβλιοπαρουσιάσεις, που εκφράζει την ενόχλησή του μόνο όταν δεν συμπεριλαμβάνεται στις βραχείες λίστες, που κηρύσσει αισθητικές επαναστάσεις στις σελίδες του βιβλίου του, αλλά αποφεύγει να εκφράσει τον παραμικρό κριτικό λόγο απέναντι στην εξουσία, που μπορεί να υποψιάζεται παντού φωτιές αλλά κρατά απολύτως προσηλωμένα τα μάτια στην οθόνη του υπολογιστή. 

Επανέρχομαι όμως στην περίπτωση του Σολωμού για να κλείσω το σύντομο αυτό σημείωμα. Γνωστός ο προβληματισμός που αναπτύχθηκε για τη στάση που τήρησε στη διάρκεια της εθνικής επανάστασης και δη της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όταν οι καπνοί πύκνωναν πάνω απ’ την πολιορκημένη πόλη, αυτός αντί να πάρει το γιαταγάνι ή το ντουφέκι έσφιγγε την πένα του. Ήταν, τελικά, σωστή η επιλογή του; Ως κοινωνία έχουμε εδώ και ενάμιση αιώνα συμφωνήσει ότι ναι, έπραξε το σωστό και πως πολύ περισσότερα προσέφερε στην κοινή υπόθεση με την πένα απ’ όσα θα προσέφερε με την κουμπούρα του. Αλλά έρχεται τώρα η αντίληψη ενός κοινωνικά ανενεργού δημιουργού να αναιρέσει το συμπεφωνημένο. Καλώς έσφιγγε την πένα του ο Σολωμός αλλά κακώς κοιτούσε τους καπνούς του Μεσολογγίου, στον αφαλό του θα ’πρεπε να ’ναι επικεντρωμένος. 

Επιμένω να πιστεύω πως δεν είναι έτσι. 
Π.Χατζημωυσιάδης




 
[Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]


Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2020

Λογοτεχνία και πολιτική

 


Αν πρέπει σώνει και καλά να συσχετίσουμε τον καλλιτέχνη με την πολιτική, μπορούμε να πούμε ότι όσο πιο «μοντέρνος» είναι στο πνεύμα, τόσο πιο αδιάφορος και ανεπηρέαστος είναι από την πολιτική. Κοντολογίς, ο καλός καλλιτέχνης πολύ σπάνια ενδιαφέρεται για οτιδήποτε άλλο εκτός από την τέχνη του.

Αυτά έγραφε ο  Herbert Read, στο βιβλίο του Η τέχνη σήμερα, τον Αύγουστο του 1959.[i] Όμως, πόσο εύκολο είναι να διαχωρίσουμε την τέχνη από την πολιτική;

Η πολιτική αναφέρεται στις υπο­θέσεις της «πόλεως». Αφορά όσα συμβαίνουν στο πλαίσιο ενός συστήματος κοι­νωνικής οργάνωσης και στοχεύει στη δημιουργία μιας πιο δίκαιης κοινωνίας. Η τέχνη πηγάζει από την κοινωνία και υπηρετεί τα υψηλά της ιδεώδη. Οι αλλαγές που συμβαίνουν στους κόλπους της επηρεάζουν την τέχνη. Μια βυζαντινή αγιογραφία, ένα κλέφτικο τραγούδι, οι κωμωδίες του Αριστοφάνη, δημιουργήθηκαν από το άμεσο κοινωνικό τους περιβάλλον. Μαζί με την ιπποτική κοινωνία του Μεσαίωνα χάνονται και τα ποιήματα που ενσαρκώνουν τα κοινωνικά τους ιδεώδη.

Η τέχνη πηγάζει από μια εσωτερική αναγκαιότητα. Είναι όμως αναπόσπαστα δεμένη με  το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννιέται. Οι μαρξιστές θεωρούσαν τους καλλιτέχνες διαρκώς διαμορφούμενα μέσα από τα κοινωνικά τους συμφραζόμενα όντα, που επηρεάζονται από την κυριαρχούσα ιδεολογία και την τάξη τους. Όχι ιδιοφυείς προσωπικότητες που παράγουν πρωτότυπα έργα. Τα στοιχεία αυτά πίστευαν πως διαμορφώνουν όχι μόνον το περιεχόμενο αλλά και τη μορφή της δουλειάς τους.

Η βρετανίδα κριτικός Κάθριν Μπέλσευ ισχυρίζεται ότι η μορφή του ρεαλιστικού μυθιστορήματος περιλαμβάνει μια υπονοούμενη επικύρωση της υπαρκτής κοινωνικής δομής, γιατί αφήνει ανέπαφους τους παραδοσιακούς τρόπους θέασης των πραγμάτων (γραμμική εξέλιξη χρόνου, τυπική αρχή-τέλος, σταθερές οπτικές γωνίες, ψυχολογική εμβάθυνση χαρακτήρων). Με τον τρόπο αυτό αποθαρρύνει την κριτική εξέταση της πραγματικότητας. Αντίθετα, οι παράλογες μορφές θεάτρου και μυθοπλασίας, που χρησιμοποιήθηκαν από συγγραφείς του 20ού αιώνα, σαν τον Μπέκετ και τον Κάφκα, θεωρείται ότι ανταποκρίνονται στις αντιφάσεις και τις διαιρέσεις που ενυπάρχουν στην ύστερη καπιταλιστική κοινωνία.[ii]

Η σχέση της τέχνης με την πολιτική είναι σχέση ομφάλιου λώρου. Ο καλλιτέχνης αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο του κοινωνικού περιβάλλοντος και επηρεάζεται από αυτό. Συμβαίνει όμως και το αντίστροφο. Ο καλλιτέχνης επηρεάζει την εποχή. Γίνεται αιτία βαθιών κοινωνικών αλλαγών. Γιατί η τέχνη είναι από τα πλατύτερα κανάλια διοχέτευσης σκέψεων και αξιών. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες διαθέτουν διορατικότητα. Οσφραίνονται τα προβλήματα πολύ πριν τα συνειδητοποιήσουν οι άλλοι. Με τον τρόπο αυτό συντελούν στη συνειδητοποίηση και την απελευθέρωση των κοινωνιών.

Τα έργα [τέχνης] δεν είναι διόλου ξένα προς τους αγώνες και τους πόθους της εποχής τους. «Ο μεγάλος καλλιτέχνης», όπως είπαν, «δεν είναι της εποχής του, είναι αυτός ο ίδιος η εποχή του», έγραφε ο Σεφέρης.    

 

Λίλια Τσούβα


 [Η φωτογραφία είναι της Βάλιας Γιγαντίδου]


Βιβλιογραφία

Αναστάσης Μαδαμόπουλος, Σημειώσεις για τον άνθρωπο και τον κόσμο του, ΛΥΧΝΟΣ ΕΠΕ, Αθήνα, 1984.

Barry, Peter, Γνωριμία με τη θεωρία, μετάφραση Αναστασία Νάτσινα, Βιβλιόραμα, 2013, σελ. 191-192.

Herbert Read, Η τέχνη σήμερα, μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ, Κάλβος, Αθήνα, 1984.

 



[i] Read, 1984, 8-9.

[ii] Barry, 2013, 192.