Μας κατέβασαν
πολλά σκαλιά κάτω απ' τη γη. Μπήκαμε σ' ένα διάδρομο που είχε δεξιά κι αριστερά
κελιά με βαριές σιδερένιες αμπάρες κι ένα στρογγυλό άνοιγμα στην πόρτα, κλεισμένο
με σταυρωτά σίδερα.
Στάθηκαν
μπροστά στο έντεκα και μ' έσπρωξαν μέσα.
Σε κάθε ένα
απ' αυτά τα κελιά, υπάρχει μονάχα ένας κρατούμενος, που, ολομόναχος, δέρνεται
με τον εαυτό του και με το θάνατο. Ξέρω... Θα μας κρατήσουν εδώ μέσα κάμποσες
ημέρες με την ελπίδα πως θα μας συντρίψει η βαθιά σιωπή. Κι όταν νικήσουμε και
τη σιγή, θα μας σηκώσουν ένα πρωί και θα μας χαρίσουν, επιτέλους, το θάνατο.
Άγγιξα με τα
δάχτυλά μου τον τοίχο του βάθους. Γλίστραγε σαν τις φυκιασμένες πέτρες πού
βρίσκεις στο βυθό της θάλασσας. Οι πλευρές όμως που με χώριζαν από τα διπλανά
κελιά είναι από τούβλα. Ακούμπησα σε μια τις πλάτες μου και παραδόθηκα στις
σκέψεις πού φτερούγιζαν στο μυαλό μου.
Ήτανε νύχτα.
Απ’ τη ζωή που κυλάει ορμητικά και άγρια πάνω απ’ το κεφάλι μου, δεν φτάνει ως
εδώ κανένας αντίλαλος κι είναι σαν ν' απλώθηκε σ' όλη τη γης ένα παχύ χαλί όπου
τρεκλίζει τώρα φοβισμένα ο κόσμος.
Δε με πείραζε
στην αρχή η σιωπή. Έλεγα πως είναι μια καλή προετοιμασία, γιατί έτσι πάνω -
κάτω θα είναι ο θάνατος. Όμως γρήγορα κουράστηκα. Μέρα και νύχτα ν' ακούς
μονάχα την ανάσα σου! Την ανάσα και τις σκέψεις σου που κινιούνται αργά -αργά
σαν τις φτερούγες του κουρασμένου γλάρου.
Κάπου κάπου,
την αυγή, πέφτει μια αμπάρα. Κάνει ένα «γκράαν», που αντηχεί πένθιμα στο θολωτό
διάδρομο και σου φέρνει στο μυαλό ιστορίες για βρυκόλακες που κατεβαίνουν τα
μαρμάρινα σκαλιά των τάφων σούρνοντας τις βαριές αλυσίδες τους.
Μια μέρα,
έτσι σα να' θελα να βεβαιωθώ πως έχω ακόμα φωνή, άρχισα να μουρμουρίζω ένα
τραγούδι - ένα αθώο τραγούδι που δεν θα τούς αγρίευε:
Εσείς πουλιά του Μάη
εσείς πουλιά τού Μάη
και της άνοιξης…
Ο σκοπός ήρθε
τρέχοντας.
- Τραγουδάς;
είπε.
Δεν ήτανε
καθόλου άγριος. Αν κουνιότανε κάτι στο μούτρο του, θα 'λεγα πως μέσα στο βάθος
της ψυχής τον, κάποιο φως καλοσύνης σιγόκαιγε. Μα όχι, τα χαρακτηριστικά του
έμεναν ασάλευτα. Είχανε κείνη την ηλίθια αταραξία που είναι παγωμένη στα μούτρα
των ξύλινων θεών των αγρίων.
- Τραγουδάω,
του είπα. Είναι ένα τραγούδι που τ' αγαπούσε πάρα πολύ η μάνα μου - αυτή που
τώρα θα με καρτερεί να γυρίσω ... Ας είναι - έχεις μάνα;
Με κοίταξε
λίγο δίχως να πει τίποτα. Τα μάτια του μού φάνηκαν ξύλινα κι αυτά. Τέλος
μουρμούρισε ξερά:
- Θα πας στη
χαβούζα αν ξανανοίξεις το στόμα σου.
Η χαβούζα
ήταν ένας θάλαμος σα στενό ξεροπήγαδο. Δε μπορείς ούτε να ξαπλώσεις εκεί. Σ'
αφήνουν δίχως νερό και γλείφεις, νύχτες ολόκληρες, τους υγρούς τοίχους.
Α, όχι,
ξυλομούρη μου... Δεν θα σας δώσω τη χαρά να με ξαναβασανίσετε, αν και ούτε κι
αυτό θα το φοβούμουνα τώρα. Τίποτα δεν φοβάμαι πια γιατί έγινε εκείνο που έλεγε
ο «Οθέλλος»: Είδα το αληθινό πρόσωπο τού θανάτου...
«Οθέλλο»,
παράξενε φίλε μου!
Τον έλεγαν
Βασίλη αλλά εγώ τον είχα βγάλει Οθέλλο γιατί ζήλευε σα γάτος και παρά λίγο
κάποτε να με πνίξει με την πετσέτα.
Φοιτούσαμε
τότε στη Σχολή Τ.Τ.Τ. και μέναμε μαζί σ' ένα φτωχικό δωματιάκι, πάνω στου
Γκύζη, στο σπίτι τής κυρίας Κατερίνας, που ήτανε χοντρή, φακιδομούρα και γκρινιάρα.
Θυμάμαι μάλιστα πολύ καλά πως και στις δυο άκρες των χειλιών της, είχε φυτρώσει
μια τουφίτσα κοκκινωπά μουστάκια.
Ο Βασίλης, που
ήτανε φοβερά γαλίφης, την καλόπιανε πάντοτε και της έφερνε συχνά καραμέλες
γεμισμένες με μαρμελάδα που τής άρεσαν πάρα πολύ. Ακόμα και για τα μουστάκια
της έβρισκε τρόπο να την κολακεύει: Τής έλεγε πως είναι σημάδι δύναμης και πως όμοια
ακριβώς μουστάκια είχε και η συνονόματή της Αικατερίνη των Μεδίκων.
Εκείνη βέβαια
δεν κοβότανε με κάτι τέτοια. Είχε μυριστεί πως γλυκοκοιτάζαμε το μονάκριβο
κορίτσι της, τη Γαρουφαλλίτσα, κι έκανε κάθε τι για να μας ξεφτιλίζει μπροστά
στα μάτια της. Ανάμεσα στ' άλλα, μας υποχρέωνε να καθαρίζουμε τον καμπινέ τρείς
φορές την εβδομάδα.
Στην αρχή
πίστευα πώς είχε δίκιο να φοβάται η κυρία Κατερίνα, γιατί ή Γαρουφαλλίτσα ήτανε
πολύ πεταχτή: Σιδέρωνε στην αυλή με τα μάτια στυλωμένα στο παράθυρό μας,
τραγουδούσε παθητικά ταγκό και καθότανε πάρα πολύ «άτακτα».
Τις πρώτες
μέρες, νόμισα πως όλα αυτά γινόσαντε για μένα. Λογάριαζα λοιπόν να την φωνάξω
μια ώρα που θα 'λειπε ο Βασίλης, να της πιάσω τα χέρια και, έτσι αμίλητα, να τη
σφίξω στην αγκαλιά μου πολύ δυνατά.
Ύστερα όμως,
εξακρίβωσα πως τα ίδια ακριβώς έκανε και στο Βασίλη, όταν έλειπα εγώ.
- Βασίλη, του
είπα, μου φαίνεται πως αυτό εδώ τ ο διαβολάκι μάς παίρνει και τους δυό για πολύ
μεγάλους μπουνταλάδες.
- Και τους
δυο; μου λέει εκείνος σηκώνοντας τα φρύδια του ειρωνικά. Η αλήθεια είναι πως
υπάρχει κάποιος μπουνταλάς σε τούτη την ιστορία. Αλλά αυτός, δεν είμαι εγώ…
Ύστερα έπλεξε
αργά - αργά τα δάχτυλά του, στήριξε πάνω τους το σαγόνι του και μου λέει σοβαρά
και αποφασισμένα.
- Σε λίγες
βδομάδες θα γίνει γυναίκα μου.
Τότε εγώ
άρχισα να την αποφεύγω, εκείνη όμως γινότανε όλο και πιο τολμηρή μαζί μου. Μια
μέρα μάλιστα, ήρθε στην κάμαρά μας, ακούμπησε ναζιάρικα το κορμί της στην κάσα
της πόρτας και μού λέει λιγωμένα, μπροστά στο Βασίλη:
- Ωραία θα 'τανε
να το ’χες νοικιάσει το δωμάτιο μόνος σου.
- Γιατί;
ρώτησα.
- Θα 'βλεπες
τόσο όμορφα όνειρα τη νύχτα…
Ο Βασίλης που
στεκότανε όρθιος πάνω απ' την ξύλινη κασέλα, άφησε το κορμί του να λυγίσει προς
τα κάτω σιγά - σιγά και με κοίταζε κάμποση ώρα μ' ένα χαμόγελο απίθανα ηλίθιο.
— Νομίζω πως
έχει κάποια σημασία αυτό που σου είπε, ψιθύρισε όταν εκείνη έφυγε.
— Κι εγώ έτσι
νομίζω, του λέω ειρωνικά.
Έμεινε για
λίγο ακίνητος πάνω στην κασέλα, με το ίδιο εκείνο χαμόγελο μισολιωμένο στο
πρόσωπό του. Σηκώθηκε αργά — αργά, ήρθε κοντά μου και φαινότανε να κοιτάζει με
μεγάλη απορία το βιβλίο που διάβαζα.
— Άκουσε να
σου πω κάτι, μου λέει σιγά.
Άξαφνα όμως
έδωσε για γερή γροθιά στο βιβλίο που κρατούσα και κόλλησε σχεδόν τη μύτη του
στο πρόσωπό μου.
— Σου είπα πως
δεν θέλω να μου παίρνεις τα βιβλία, μούγγρισε.
Όλη εκείνη τη
νύχτα αναστέναζε και, όπως μου 'λεγε αργότερα, στριφογύριζε στο μυαλό του η
ιδέα να με πνίξει με την πετσέτα που κρεμότανε στο πόμολο του κρεβατιού. Αλλά πριν
προφτάσει να ωριμάσει μέσα τον εκείνη η ιδέα, ή Γαρουφαλλιά παντρεύτηκε μ' έναν
κοκκινομούρη επιλοχία.
Με στείλανε
σ' ένα τηλεγραφείο «τρίτης», στη βόρειο Ελλάδα. Ο Βασίλης, είχε τοποθετηθεί στην
αρχή σε κάποιο νησί, αλλά ύστερ' από πέντε — έξι μήνες τον μεταθέσανε κι αυτόν
στην ίδια περιφέρεια όπου υπηρετούσα κι εγώ.
Κάθε πρωί,
πριν καθίσω καλά — καλά στο γραφείο μου, έπαιρνα το ίδιο πάντα μήνυμά του:
«Οθέλλος — καλημέρα — ζήτω ο επιλοχίας».
Συναντιόμαστε
πολλές φορές όταν είχαμε αργία ή απεργία. Πηγαίναμε περίπατο ως τη βρύση και,
καμιά φορά, ακόμα πιο μακριά, ως το λόφο, όπου είχανε οι Γερμανοί τα φυλάκια.
— Βασίλη, του
είπα μια μέρα, σκέφτηκες ποτέ πως μπορεί να σε πιάσουν κάποτε και να σε στήσουν
μπροστά σ' έναν τοίχο;
— Το
σκέφτηκα, μού λέει.
— Εγώ δεν
μπορώ να το φανταστώ. Μου φαίνεται πως κάπως θα γίνει και θα βρω τη δύναμη και
τον τρόπο να τούς σταματήσω. Θα χιμήξω απάνω τους να τους ξεσχίσω με τα νύχια
μου, θα πέσω κάτω στη γη και θα την φάω με τα δόντια για ν' ανοίξω μια τρύπα
και να τους ξεφύγω. Μια φορά κάτι θα κάνω. Π ρ έ π ε ι να κάνω κάτι, Βασίλη,
γιατί δεν θέλω να πεθάνω. Δεν το θέλω, καταλαβαίνεις;
—
Καταλαβαίνω, μου είπε ήσυχα - ήσυχα.
Ανέβηκε στο
μάρμαρο της βρύσης και για κάμποση ώρα κούναγε αφαιρεμένα τα πόδια του. Τέλος,
είπε:
— Άκουσε... Φοβόμαστε
το θάνατο γιατί δεν τον ξέρουμε. Όταν όμως βρεθεί κανείς κοντά τον και τον
γνωρίσει καλά, θα πάψει, φαντάζομαι, να τον φοβάται. Γιατί είναι φίλος των
ανθρώπων ό θάνατος.
Ω, ναι,
Βασίλη. Είχες δίκιο.
Κάθε φορά πού
λιποθυμούσα όταν με βασανίζανε, τον έβλεπα αυτόν το θάνατο που λες. Δεν ήτανε
άγριος και δεν κρατούσε στα χέρια του δρεπάνι. Στεκότανε μπροστά μου, ωραίος
και επιβλητικός, με το ωχρό και λυπημένο πρόσωπό του. Άπλωνε τα δάχτυλά του
πάνω απ’ τις πληγές μου κι έλεγε πως νά ... τώρα θα τις αγγίξει και θα πάψουν
μεμιάς οι φοβεροί πόνοι. Μα όχι, δεν βιαζότανε. Περίμενε να τον καλέσει το
κορμί μου, να τον πιστέψει και να τον αγαπήσει και το τελευταίο μου κύτταρο. Με
κοίταζε λοιπόν φιλικά και χαμογελούσε με απέραντη τρυφερότητα και καλοσύνη. Πόσο
πιο όμορφος ήτανε από τους Γερμανούς που με περικύκλωναν!
Όλα αυτά,
βέβαια, δεν τα ξέρεις εσύ. Και σίγουρα, ούτε θα φαντάζεσαι πού βρίσκομαι.
Σκέφτομαι μάλιστα τώρα τι μούτρα θα 'κανες εκείνο το πρωί που θα χτύπησες πάλι
στο χειριστήριο το «Οθέλλος - καλημέρα - ζήτω ο επιλοχίας». Ποιος να το πήρε
τάχα; Θα 'θελα πάρα πολύ να σ' άκουγε αυτή η σουφρωμένη μαϊμού, ο προϊστάμενος.
Θα καθότανε αμέσως στο γραφείο του χρεμετίζοντας και θα κούρντιζε μια ωραία
αναφορά με κείνα τα ψιλούτσικα κι ολοστρόγγυλα γραμματάκια του: «Περί
μυστηριώδους επικλήσεως τινός Οθέλλου...» Α, τον γέρο σαρακαυλιά!...
Ο σκοπός με
τα ξυλένια μούτρα στά0ηκε πάλι μπροστά μου στην πόρτα. Ούτε γύρισα να τον
κοιτάξω. Κι όταν έφυγε, καθώς ήμουνα βυθισμένος στις σκέψεις μου, άρχισα, έτσι
αφαιρεμένα, να χτυπάω στον τοίχο μορσικά το μήνυμα του φίλου μου: «Οθέλλος,
Οθέλλος. Στοπ. Ζήτω ο επιλοχίας...»
Θα 'τανε
περασμένα μεσάνυχτα. Καρτερούσα τον ύπνο να αγγίξει με τα δάχτυλά του τα
βλέφαρά μου. Να κλείσω τα μάτια και, Θεέ μου, να μη βλέπω πια τις κόκκινες
κλωστές του λαμπιονιού που κρέμεται πάνω απ’ το κεφάλι μου ασάλευτο. Μα ο ύπνος
δεν μπαίνει εύκολα δω μέσα. Το μυαλό μου είχε, νομίζω, σταματήσει. Μονάχα το χέρι
μου κουνιότανε μηχανικά και χτυπούσε το ίδιο πάντα μήνυμα του φίλου μου: «Οθέλλος,
Οθέλλος στοπ…»
Παράξενο! Μου
φάνηκε πως κάποιος μ' απαντούσε μορσικά από το διπλανό κελί! Ξαναχτύπησα καθαρά
και περίμενα.
— Ε... ε...
φιλαράκο. Τι κάνεις έτσι; μου 'λεγε.
Η καρδιά μου
άρχισε να φτερουγάει ασταμάτητα... Θεέ μου! Να ’σαι χαμένος μέσα στον ωκεανό...
Και ευθύς καθώς κοιτάζεις απελπισμένος την ίδια κρύα απεραντοσύνη της θάλασσας,
ν' ακούσεις άξαφνα πίσω σου το ζεστό μούγκρισμα της σειρήνας κάποιου πλοίου! —
Ξέρεις μορς; ρώτησα.
— Ξέρω.
— Ω αδερφέ
μου! Είσαι τηλεγραφητής;
— Ναι.
Ωχ, ωχ, Θεέ
μου. Σηκώ0ηνα κι έκανα μια βόλτα ως την πόρτα. Δάγκωσα τα δάχτυλά μου για να μη
φωνάξω και φίλησα τον τοίχο. Τηλεγραφητής! Πήγα αμέσως να ρωτήσω ποιος είναι,
όταν, ξαφνικά, μου καρφώθηκε αυτή η σκέψη: «Ο Οθέλλος είναι», είπα τρέμοντας.
Ο φίλος από
κει μού χτυπάει ασταμάτητα:
— Μίλα, τί
έπαθες;
Έσφιξα τα
δόντια και προσπάθησα να συγκρατήσω τα δάχτυλά μου που τρέμανε.
— Λέγε
καθαρά: Ο Οθέλλος είσαι;
Περίμενα. Δαν
απαντούσε. Ξαναχτύπησα.
— Για το Θεό.
Δεν θα μιλήσεις;
— Δεν μπορώ.
— Γιατί;
— Γελάω…
— Γελάς! Δεν
είσαι ο Οθέλλος αφού γελάς.
— Το ξέρω,
δεν είμαι ο Οθέλλος.
— Ποιος είσαι
λοιπόν ;
— Η Δεισδαιμόνα.
— Μην
κοροϊδεύεις, αδερφέ μου.
— Θα σου πω την ιστορία για τον Οθέλλο και θα
ιδείς. Ε... τώρα πια που ανοίξαμε λακριντί. Πόσον καιρό έχεις εδώ μέσα;
— Δεκάξι
μέρες.
— Εγώ πέντε.
Να 'ξερες πώς φτερουγάει η καρδιά μου... Αν σου μιλούσα τώρα με το στόμα, θα
στεκόμουνα άλαλος. Μα και το μορς πάλι... Λες «α» γιατί κλαις κι αυτό στέλνει
ένα «α». Λες «α» γιατί γελάς κι αυτό στέλνει πάλι ένα «α». Είναι κρύο σαν τη
φωνή του γκριουπιέρη - έτσι φίλε;
- Σου είπα με
λένε Δεισδαιμόνα - δεν κατάλαβες;
- Ώου...
Μήπως είσαι κορίτσι;
- Ναι.
Έμεινα με το
χέρι κρεμασμένο στον αέρα. Εκείνη με ρωτάει πού υπηρετούσα και πώς μ' έπιασαν.
- Δεν απαντάς.
Κοιμήθηκες; είπε.
- Όχι,
σκέφτομαι.
- Τί
σκέφτεσαι;
- Κάτι για το
θάνατο.
- Κολοκύθια,
μου λέει. Δεν βρίσκεις τίποτα σοβαρότερο να σκεφτείς;
Άξαφνα, το
βογγητά μιας αμπάρας ξέσκισε τη σιωπή.
- Ακούς;
είπα.
- Ναι,
κάποιον παίρνουν. Σώπα.
- Μα είναι
νύχτα ακόμα...
- Σώπα
λοιπόν, ξανάπε το κορίτσι.
Έγειρα το
κεφάλι μου με τ' αυτί ακουμπισμένο στον τοίχο. Έξω στο διάδρομο, περπατούσαν
στρατιώτες, σαν άλογα σε καλντερίμι. Πέρασε πολλή ώρα. Και δίχως να το καταλάβω
γλίστρησε ο ύπνος κι άγγιξε τα βλέφαρά μου τώρα που δεν τον ήθελα. Τι παράξενα
όνειρα που είδα τότε!
***
Οι ώρες δεν
κυλάνε πια σαν τούρκικοι αραμπάδες. Κουβεντιάζουμε κάθε τόσο ως την αυγή και
λέμε χίλια δυο ασήμαντα πράγματα. Είμαστε δυο άνθρωποι πού συναντήθηκαν σ' ένα
τραίνο, και στήνουν μια ατέλειωτη συζήτηση για τον καιρό, για τα βιβλία, για τα
βουνά και για τα δάση, γι' αγάπες και νοσταλγίες. Κι άξαφνα, ο ένας θα σηκωθεί,
θα πάρει τη βαλίτσα του και θα κατεβεί σε κάποιο σταθμό λέγοντας: «χαίρετε,
κύριε».
Ο πατέρας της
ήτανε θαλασσινός. Γι' αυτό και κείνη την αγαπούσε πολύ τη θάλασσα και μπορούσε
να σου μιλάει ώρες ολόκληρες για τους ανέμους με τα ξενικά ονόματα, για τα
στρείδια, για τα ψάρια κα για τα σφουγγάρια.
Ένα βράδυ, με
ρώτησε αν ξέρω πώς πιάνουν τα θαλασσινά καβούρια στα βράχια. Όχι, δεν ήξερα.
— Δεν μ'
ενδιαφέρουν αυτά, της λέω. Σκέφτομαι κάτι άλλο: Πόσο χρονών να είσαι τάχα;
— Εμπρός
λοιπόν. Βρες το.
— Είσαι...
είκοσι δυο.
— Βάλε κι
οχτώ απ' τα καλοκαίρια μου... Είμαι όμορφη;
— Είσαι πολύ
όμορφη.
— Τα μαλλιά
μου; Εδώ σε θέλω.
— Μαλλιά...
Στάσου. Δεν είναι ούτε μαύρα, ούτε ξανθά. Είναι όμως σγουρά, πολύ μακριά και
πέφτουν ξέπλεκα στους ώμους σου. Τα χωρίζεις στη μέση και τα χτενίζεις αλαφρά,
αλαφρά, έτσι σα να τα χαϊδεύεις.
— Είσαι για
γέλια.
— Γιατί;
— Γιατί δεν έχω
τσατσάρα ρομαντικέ μου φίλε.
— Α... δεν
έχεις. Κρίμα. Εγώ μια φορά έτσι σε φαντάζομαι. Αλήθεια, πες μου: Γιατί σε
φαντάζομαι τόσο πολύ;
— Γιατί έχεις
φαντασία.
— Μην
αστειεύεσαι. Είναι παράξενο. Εσύ δεν με φαντάζεσαι καθόλου;
Άργησε ν'
απαντήσει. Τέλος είπε:
- Όχι.
Και δεν
ξαναμίλησε.
Το άλλο
βράδυ, έφερα πάλι την κουβέντα στα μαλλιά της. Έκανε πως θύμωσε.
- Όλο με τα
μαλλιά μου τα 'χεις – πολύ αδιάκριτος είσαι.
- Γιατί;
- Έτσι. 'Εγώ
ρωτάω καθόλου για τα γένια σου;
- Τι να
ρωτήσεις για τα γένια μου;
- Πώς... Να,
μπορώ να σε ρωτήσω αν σε τρώνε. Τόσες μέρες τώρα θα 'χουν πάρα πολύ μεγαλώσει.
- Αλήθεια,
μεγάλωσαν, της είπα.
- Βλέπεις; Αν
μάλιστα είναι και ρούσα, όπως φαντάζομαι...
- Α... ώστε
και συ με σκέφτεσαι; Και συ; Πες μου, με βρίσκεις πάλι γελοίο;
Δεν
απαντούσε. Ξαναχτύπησα.
- Με βρίσκεις
γελοίο;
- Όχι.
- Αχ...
μπράβο, χρυσό μου κορίτσι. Ώστε και συ... Τα γένια μου δεν είναι ακριβώς ρούσα.
Όμως είμαι... Δεν μπορώ να σου πω πώς είμαι τώρα. Το μορς είναι, σου λέω, σαν
την φωνή τον γκρουπιέρη. Ωστόσο, είναι παράξενα πλάσματα οι άνθρωποι. Δεν σ'
έχω ιδεί. Κι ίσως να μην ιδωθούμε ποτέ. Κι όμως... Έχω μια χαρά τώρα που μου
είπες έτσι! Σα να... Καταλαβαίνεις;
- Καταλαβαίνω.
- Ε, λοιπόν.
Δεν είναι παράξενο;
- Πες μου τώρα
κάτι: Γνώρισες στη ζωή σου τον έρωτα;
Δεν απάντησα
γιατί ο σκοπός ήρθε και κόλλησε το μούτρο του στο άνοιγμα της πόρτας. Δεν είναι
ο ξυλομούτρης. Τούτος είναι πιο νέος. Το μαλλί του πέφτει αντάμικα μπροστά στ'
αριστερό του μάτι. Σφυρίζει σιγανά και ασταμάτητα καθώς περπατάει αλαφρά στο
διάδρομο. Δεν έχει ούτε ψηλές, ούτε χαμηλές νότες το σφύριγμά του. Είναι
αλύγιστο και μονότονο σαν την σιωπή που μάς έχει καταπιεί και σού φέρνει
ανατριχίλα. Θα μπορούσες να πεις πως υπάρχει κάπου μια οχιά πού σέρνεται ατέλειωτα
και σφυρίζει κάτω απ' το θόλο του στενού διαδρόμου.
Τα
μικρούτσικα ματάκια του καρφώθηκαν απάνω μου πολλή ώρα.
— Τι αριθμό
έχεις εσύ; μου λέει.
Εκείνη χτυπούσε
ακόμα: «Γιατί δεν απαντάς; Γιατί δεν απαντάς».
Ανασηκώθηκα
και φώναξα δυνατά για να μ' ακούσει κι αυτή:
— Εμένα
ρωτάς, σκοπέ;
— Σκάσε και
μη γαβγίζεις έτσι. Εσένα ρωτάω.
— Έντεκα έχω.
Έφερε ένα
χαρτί κοντά στα μάτια του και το διάβαζε.
— Και πώς σε
λένε; ξαναμουρμούρισε.
Του είπα.
Κοίταξε πάλι
το χαρτί κι έκανε: «Μμ...». Ύστερα σήκωσε τα μάτια του. Θα ’θελε, σίγουρα, κάτι
να μου πει, τον έβλεπα όμως με τόσο κρύα περιφρόνηση, που κούνησε τους ώμους
του κι έφυγε αργά - αργά. Και πάλι το σφύριγμά του σούρθηκε στο διάδρομο.
Της τα είπα
όλα αμέσως. Δεν ξέρω αν φοβήθηκε κι αν λυπήθηκε. Θυμάμαι πώς της μίλησα και για
τον τοίχο που μας χώριζε. Αχ, ποιος τον ύψωσε τούτο τον τοίχο ανάμεσα σε δυο
νέους ανθρώπους, που θα ’πρεπε τώρα να ρουφάνε τον ήλιο σα ζευγαρωμένες σαύρες;
Κάποτε
τέλειωσα. Εκείνη σώπαινε. Και τότε, για πρώτη φορά, δεν έβρισκα και γω τίποτα
να πω. Μονάχα όταν πέρασαν πολλές ώρες, ρώτησα αφαιρεμένα - έτσι πια πολύ για
να ιδώ αν κοιμάται:
— Εσύ τον
γνώρισες τον έρωτα;
— Πρέπει να
κοιμηθείς, μου λέει.
— Χμ... Εγώ
θα κοιμηθώ, είπα με πίκρα. Μου πήρε τ' όνομα. Από αύριο λοιπόν θα χορτάσω τον
ύπνο.
- Ε... μη
μιλάς έτσι. Άκου: Με ρώτησες για τον έρωτα.
— Ναι, ναι.
— Δεν είμαι τριάντα
χρονών. Σου είπα ψέματα.
— Πόσο είσαι
;
— Δέκα εννιά.
— Α...
Λοιπόν;
— Λοιπόν ... Δεν
τον γνώρισα.
— Αν δεν
ήτανε ο τοίχος, θα 'πεφτα στα γόνατα και θα φιλούσα τα πόδια σου, της είπα.
— Να μου
φιλήσεις τα πόδια! Μπορείς να κάνεις κάτι καλύτερο.
— Λέγε μου.
Θα κάνω ό,τι μου πεις.
— Θέλω να
τραγουδήσεις. Λέω... Αν αύριο σε πάρουνε, θα 'ναι ωραία ν' ακούσω το τραγούδι
σου καθώς θα φεύγεις. Θα τραγουδήσεις;
Δεν απάντησα.
— Πες μου, Θα
τραγουδήσεις; ξαναρώτησε.
— Θα
τραγουδήσω, της είπα.
Έμεινα
ξάγρυπνος με τα μάτια καρφωμένα στην πόρτα. Την αυγή, έπεσε πάλι μια αμπάρα κι
άφησε το ίδιο εκείνο σπαραγμένο βογγητό. Κάποιοι περπατούσαν στο διάδρομο
βιαστικά. Ύστερα έγινε ησυχία.
Μονάχα κάτι
ακαθόριστοι ψίθυροι φτάσανε στο κελί μου, και ύστερα πάλι ακούστηκαν τα βιαστικά
βήματα κι έπεσαν άλλες τρεις αμπάρες. Η τελευταία ακούστηκε τόσο κοντά, που
νόμισα πως ήτανε ή δική μου. Ανασηκώθηκα. Χαμογελούσα σχεδόν και πήγα ν' αρχίσω
το τραγούδι. Η πόρτα όμως δεν έτριξε και τα βήματα έσβηναν σιγά - σιγά. Το
παγωμένο σφύριγμα τον σκοπού, έπνιξε τον τελευταίο τους θόρυβο.
Τότε έγινε
κάτι παράξενο: Το σφύριγμα του σκοπού μού φάνηκε σα μακρινή μελωδία που την
είχα ακούσει πριν από χρόνια πολλά - μια μελωδία πεθαμένη που ξυπνούσε πάλι και
πότιζε τα σωθικά μου όλα με μια ακατανόητη ευδαιμονία. Φούσκωσε η καρδιά μου κι
άρχισαν να χοροπηδάνε μέσα μου οι πιο τρελές ελπίδες. Γιατί, στ' αλήθεια, η
ελπίδα είναι σαν τον αέρα: Μόλις βρει μια μικρή χαραματιά στην ψυχή μας, ορμάει
μέσα γυρεύοντας να γεμίσει το κενό που συνάντησε... '
Έλεγα λοιπόν
πως ίσως να χαθούνε καμιά μέρα οι Γερμανοί - έτσι όπως χάνονται ξαφνικά οι
τερατόμορφες σκιές που μας πλακώνουν τα στήθια στους εφιάλτες.
Μπορεί ακόμα
να 'ρθουν και τίποτα αεροπλάνα. Και να γίνουν όλα όπως γίνονται στα παραμύθια:
Να πέσει μια μπόμπα, να λιώσει τους σκοπούς και να γκρεμίσει τους τοίχους.
Τότε, καθώς θα 'ναι νύχτα, εγώ θα πηδήσω δίπλα, θα την πιάσω από το χέρι και θα
της πω: «Πάμε». Θα τρέχουμε σκυφτοί μες στα χαλάσματα, ώσπου να φτάσουμε
αντίκρυ, στη ρεματιά. Εκεί θα σταθούμε να πάρουμε ανάσα. «Μίλησέ μου ν' ακούσω
τη φωνή σου», θα της πω. Κι αυτή θα τινάξει τα μαλλιά της και δεν θα μπορέσει να
πει τίποτα. Μόνο θα μου σφίγγει τα δάχτυλα δυνατά, πολύ δυνατά.
Της είπα όλες
τις τρελές μου ελπίδες. Δεν ενθουσιάστηκε.
- Είσαι
χαρούμενος που δεν σε πήρανε; μου λέει.
- Είμαι
χαρούμενος που δεν σ' έχασα, της είπα. Μήπως γελάς;
- Πρέπει να
γελάσω. Αλλά... κλαίω.
- Γιατί κλαις
;
- Βλέπω πως
δεν πρέπει να ξαναμιλήσουμε.
- Σώπα!
Τρελάθηκες;
- Δεν πρέπει.
- Μα γιατί...
γιατί;
- Άκουσε:
Προτού να ’ρθεις εσύ, είχα το θάνατο εδώ, δίπλα μου, και κουβέντιαζα μονάχα με
κείνον. Τον γνώρισα καλά και δεν με τρόμαζε πια. Τώρα, αρχίζω πάλι να τον
φοβάμαι.
- Ξέρω, ξέρω
... Ο Οθέλλος το 'χε πει αυτό.
- Μου δίνεις
το λόγο σου πως δεν θα μου ξαναχτυπήσεις;
- Αχ! Πώς να
σ’ το υποσχεθώ αυτό; Πώς μπορώ να σ’ το υποσχεθώ;
- Εγώ,
πάντως, δεν θα σου απαντήσω. Αν όμως τύχει και ζήσουμε, θα 'ρθω να σε βρω και...
Σταμάτησε.
- Πες το, πες
μου το αυτό, αγαπημένη μου.
- Δεν
μπορώ... Πώς να το πω; Εσύ έλεγες πώς το μορς είναι κρύο σαν τη φωνή του
γκρουπιέρη...
Δεν μου
μίλησε ποτέ. Όταν την έπαιρναν τραγούδησε. Και την τουφέκισαν αχτένιστη.
Σωτήρης Πατατζής, από τη συλλογή Ματωμένα χρόνια, 1946
[Η φωτογραφία είναι του Γιάννη Αυγέρη]