Σάββατο 24 Απριλίου 2021

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ ΑΝΟΙΧΤΑ ΤΩΡΑ

 


Δυο ξιφιές ακόμα ήθελε η κλειδαριά. Δυο γερές μαχαιριές από τη σέγα και η πόρτα θ’ άνοιγε για να μπει επιτέλους μέσα. Απρίλης είχε φτάσει. Είχε κάνει παραπάνω από ένα χρόνο υπομονή. Έπλενε «χεράκια», φρόντιζε το «κελί» της. Και διάβαζε, διάβαζε πολύ. Σ’ όλο το ακορντεόν των άχρηστων lockdown, οι σειρήνες των ασθενοφόρων περνούσαν από το ένα της αυτί στις σελίδες των βιβλίων κι από κει ξανάβγαιναν για να εξαφανιστούν από το άλλο αυτί. Οι μόνες κοινωνικές επαφές της, οι κούριερ των βιβλιοπωλείων. Κι η μόνη άμυνα της τα βιβλία.

Έτσι άντεχε. Βοηθούσε κι άντεχε. Τους φίλους της, τα βιβλία. Και τους Αγγέλους τους. Τα βιβλιοπωλεία, τέσσερα τον αριθμό.

Άντεχε να πηγαίνει γραφείο, να στριμώχνεται στο τρόλεϊ, να βρίσκει την ανάσα της μέσα στη μάσκα. Να κάνει σλάλομ στο περπάτημα για να αποφύγει απευθείας επαφές με άλλους, να μη βρίζει κάθε που έβλεπε έναν τους με τη μύτη έξω. Να κόβει τις μέρες στα δυο να κρατάνε λιγότερο, να περνάνε γρηγορότερα. Ν’ αντέχει τα δεσμά, τις κλειδωνιές στον πλανήτη, στο σπίτι, στα ταξίδια, στη ζωή.  Κανάλια και τρομολαγνεία ήταν σε απαγόρευση εισόδου, ελπίδα και διέξοδος απ’ τα βιβλία στην ημερησία διάταξη. Κι οι λέξεις τους. Πολύχρωμοι βώλοι που τους γεννούσαν οι σελίδες και φορές, κι η γλώσσα της, καθώς απολάμβανε να τις λέει δυνατά, να τις αφήνει να ταξιδεύουν στους τοίχους και πίσω. Να μην ξεχνάει τις έννοιες. Και το νόημα. Αγάπη, αλληλεγγύη, συντροφικότητα, φιλία, επικοινωνία. Να θυμάται τη γεύση τους μέσα στην αγευσία της φρίκης. Να τις ανακαλεί ως βάλσαμο. Ως μνήμη μιας εποχής ζωντανής.

Ναι, η μνήμη ήταν το πιο σημαντικό. Να μείνει ακονισμένη. Ακέραια. Να μη λησμονηθούν οι νεκροί. Να μην ξεχαστούν οι μυρωδιές, τα αγγίγματα, να μην σβήσει το φεγγάρι, ούτε οι εικόνες, οι αναμνήσεις, τα χρώματα. Να μείνει ζωντανή η ανάμνηση του κόσμου που ήταν, γιατί πάνω του μια μέρα θα χτιζόταν ο καινούργιος και τα δεδομένα έπρεπε να διαφυλαχθούν.

Αυτό σκεφτόταν και τώρα. Τη μνήμη που έμοιαζε να τη μουσκεύει η απομόνωση. ΄Όμως, ακριβώς τη στιγμή που νόμιζε ότι της ξεφεύγει, ότι χάνει τα λογικά της, ότι το μυαλό της δεν δουλεύει πια, η μνήμη της έστελνε την επιβεβαίωση. Έσκαγε αύτανδρη και ζωντανή μες από τις σελίδες των βιβλίων. Την παρουσία της μαρτυρούσαν κι οι άνθρωποι, που ακόμη ενώνονταν, ένωναν τη φωνή τους μέσα απ’ τη μάσκα και πολεμούσαν το άδικο.

Άνοιγαν τότε παράθυρα στο φως, όμοια μ’ αυτά που ανοίγουν τα βιβλία. Τα ταξίδια σταμάτησαν, τα βιβλία μόνο απέμειναν.  Και ως ναοί της μνήμης, σε κάθε μέρος, σε κάθε γειτονιά, αν και θεόκλειστα, τα βιβλιοπωλεία.  Παράθυρα ανοιχτά, οι βιτρίνες τους, του μαραζωμένου πλανήτη. Με τα βιβλία τους όμορφα στοιχισμένα, σκονισμένα, τόσους μήνες κλεισμένα. Μα όρθια. Με μιαν ακλόνητη αφοβιά. Ακοίμητοι φρουροί που πολεμούσαν τα στοιχειά με στοιχεία γραμμάτων. Έκαναν το όνειρο εκδίκηση σιωπηρά και ήρεμα. Δεν είχαν καταφέρει, όσο κι αν ήθελαν, να τους στερήσουν τη φωνή, Να την  καταργήσουν. Με πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου καταργείται το πνεύμα; Με Εγκύκλιο ρυθμίζεται η ροή της ιστορίας, αυτή που διψάει αποφασισμένη να ειπωθεί;

Δεν ήθελε να χάσει κι άλλο χρόνο. Το σχέδιο καταστρωνόταν νύχτα. Είχε υπολογίσει όλες τις λεπτομέρειες. Τι χρειαζόταν, ποιο εργαλείο θα ήταν κατάλληλο. Στην αρχή, σκέφτηκε να τελειώνει με μια πέτρα, αλλά λυπήθηκε την ταλαιπωρία του βιβλιοπώλη ως ν’ αλλάξει τζαμαρία. Όχι, υπήρχε πρακτικός τρόπος να τρυπώσει. Το μόνο που έμενε, ήταν να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή, καθώς οι περιπολίες των αρχών είχαν αυξηθεί, την έστηναν και στις γωνιές, μερικές νύχτες τους έβλεπε ακροβολισμένους στη λεωφόρο. Τέσσερις-τέσσερις, με μηχανές και κράνη και κλομπ που άστραφταν στο δημόσιο φωτισμό. Η αστυνόμευση ως καθημερινότητα. Ο κόσμος όμως δεν άντεχε πια, ήταν φανερό. Έσκασε, κλείστηκε, πείνασε, απολύθηκε. Τα όρια της υπομονής του εξαντλήθηκαν, κι η οργή του ήταν μια πόρτα σφαλιστή. ΄Όμως εκείνο το ανοιξιάτικο βράδυ όλα έμοιαζαν να ανοίγουν ξανά.  

Το αποφάσισε. Απόψε θα γινόταν. Η πικέτα ήταν έτοιμη. Και το αστείο, με υλικά  απ’ το ίδιο το βιβλιοπωλείο. Πολύχρωμα κανσόν χαρτόνια, αγορασμένα σε κάποιο άνοιγμα του ακορντεόν εκμετάλλευσης της δουλειάς, του μόχθου, της ανάγκης. Μια κοινωνία στον αναπνευστήρα, νοσηλευόταν στα ράντσα πασχίζοντας να πάρει αναπνοή κι ο δήθεν φροντιστής της αποδεικνυόταν δυνάστης. Δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό. Μπορούσε όμως να κάνει τη φωνή της ν’ ακουστεί.

Δέκα λεπτά πριν τη λήξη της κυκλοφορίας έφτασε στο βιβλιοπωλείο. Τη δουλειά διευκόλυναν τα φώτα της βιτρίνας. Με μια ματιά εντόπισε τρία αγαπημένα βιβλία. Η Δίκη, του Κάφκα. Το Βερολίνο 1933 του Schneiderman, βιβλία αδερφωμένα στη διαπίστωση πώς η Ιστορία επαναλαμβάνεται νοσηρά στο σώμα της κοινωνίας. Και το 1984 του ΄Οργουελ, λέφτερο πια από δικαιώματα με μόνη υποχρέωση τη δική του αλήθεια.

Με δυο κινήσεις απενεργοποίησε το συναγερμό. Ύστερα με τη σέγα έκοψε την κλειδαριά, της γυάλινης πόρτας. Την παίδεψε αλήθεια αρκετά. Κατόπιν, το γλωσσίδι υποχώρησε και η πόρτα άνοιξε. Την έκλεισε προσεκτικά και κατέβασε το ρεύμα τυλίγοντας το βιβλιοπωλείο στην ασφάλεια του σκοταδιού. Ξυπόλητη περπάτησε μέσα στη βιτρίνα. Έβγαλε το 1984 και το Βερολίνο 1933 για να καθίσει στο κέντρο. Με τα πόδια οκλαδόν, στερέωσε όρθια την κόκκινη πικέτα που έγραφε: ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΑ ΤΩΡΑ.

Το πρωί κάποιος φώναξε την αστυνομία. Ξύπνησε απ’ το μπλε φως του φάρου που έγλειφε τον τόπο. Είδε κόσμο να στέκεται βουβός και να την παρατηρεί, έτσι κουλουριασμένη και με τις παρδαλές της κάλτσες. Κάποιος την έβρισε περνώντας βιαστικά, μια γριά κούνησε το κεφάλι της απαξιωτικά. Ανάμεσά τους, ένας νέος με κόκκινα γένια, παραμέρισε την πόρτα, σήκωσε τη Δίκη του Κάφκα και κάθισε δίπλα της.

Μαρίνα Καρτελιά